4 Σεπτεμβρίου 2013

Η «μεταμοντέρνα αυτοκρατορία» ή το «κοσμοπολίτικο κράτος» της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η ευρωπαϊκή οικοδόμηση και οι εθνικές στρατηγικές ασφάλειας των κρατών μελών της. Το μεταμοντέρνο ευρωπαϊκό περιβάλλον ασφάλειας, οι πλουραλιστικές και συγχωνευμένες κοινότητες ασφάλειας και οι αλλαγές στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Ευρώπης.


.~`~.
I
Ευρωπαϊκή οικοδόμηση και οι εθνικές στρατηγικές ασφάλειας των κρατών μελών

α´
Το ΝΑΤΟ και η ΕΕ έχουν συγκεκριμένα δομικά χαρακτηριστικά, τα οποία επηρεάζουν με πολυδιάστατους τρόπους τις εθνικές στρατηγικές των κρατών-μελών τους. Οι υπέρμαχοι της ενοποίησης της ΕΕ τα τελευταία χρόνια αναφέρονται σε αυτήν ως το κυριότερο επίτευγμά του «μετανεωτεριστικού κόσμου». Η ΕΕ διαφοροποιείται τόσο από τα συμβατικά κράτη του «νεωτεριστικού κόσμου» όσο και από τον «προνεωτεριστικό κόσμο», δηλαδή από το χάος που προηγήθηκε του κράτους και έπεται των αυτοκρατοριών. Στην πραγματικότητα πρόκειται για μια ευρωκεντρική «ανάγνωση» της ιεραρχημένης ιμπεριαλιστικής δομής των τριών πυλώνων της Δύσης και του Τρίτο Κόσμου.
Η μεταμοντέρνα ΕΕ προσφέρει το όραμα μιας «συνεργατικής διακυβερνητικής οντότητας» με κοινό επίπεδο ελευθεριών και κοινή ασφάλεια, με μειωμένη εθνική κυριαρχία - στοιχείο που χαρακτήριζε όλες τις αυτοκρατορίες. Ένα τέτοιο μεταμοντέρνο μόρφωμα αποτελεί το πλαίσιο μέσα στο οποίο καμιά χώρα δεν κυριαρχεί και το οποίο γεννά αρχές που δεν είναι εθνικές αλλά νομικές. Πολύ συχνά οι διαφορές ανάμεσα στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ ανάγονται σε διαφορές προτεραιοτήτων στην πολιτική, ή ακόμα και σε διαφορές συμφερόντων. Στην πραγματικότητα, οι διαφορές αυτές έχουν τις ρίζες στους στον τρόπο που οι δύο πυλώνες της Δύσης κατανοούν τις μελλοντικές οικονομικές εξελίξεις και τους όρους ασφάλειας που διαμορφώνονται στο διεθνές περιβάλλον.
Τα κράτη που συγκροτούν την ΕΕ έχουν διαμορφώσει το πρώτο «μεταεθνικό» διακυβερνητικό μόρφωμα στην παγκόσμια ιστορία. Αυτό το μόρφωμα αποκτά μια διακριτότητα μέσα από την χρήση πολλαπλών μέσων επηρεασμού, αποκλειόμενης, όσο είναι δυνατόν, της στρατιωτικής ισχύος. Αυτός ο τελευταίος αποκλεισμός προσδίδει ιδιαίτερη βαρύτητα στην εκτεταμένη χρησιμοποίηση της διπλωματίας' όχι ενός οποιουδήποτε είδους διπλωματίας, αλλά συγκεκριμένα της «κοσμοπολίτικης διπλωματίας» -σύμφωνα με οργανικούς διανοούμενους της ΕΕ-, η οποία προκύπτει από έναν νέο τρόπο κρατικής συγκρότησης. Μέχρι πρόσφατα αποτελούσε κανόνα η ταύτιση της έννοιας του κράτους με το «κράτος-επόπτη». Στην παγκόσμια ιεραρχία των κρατών οι ΗΠΑ, το κυρίαρχο «κράτος-επόπτης», είχαν τη δυνατότητα -και την ευκαιρία- να ελέγχουν τις διεθνείς εξελίξεις, ανεξαρτήτως αντιπάλων και δυσμενών πολιτικοκοινωνικών συγκυριών. Σε αντίθεση με το «κράτος-επόπτη», το «κοσμοπολίτικο κράτος» δεν προσπαθεί να αντιμετωπίσει τα προβλήματα μόνο στο επίπεδο της εμφάνισης τους (π.χ. τρομοκρατία) αλλά και στο επίπεδο της πρωταρχικής δημιουργίας τους. Αν τα παγκόσμια προβλήματα είναι δυσεπίλυτα στο επίπεδο του εθνικού κράτους, η κοινή συμπόρευση κρατικών οντοτήτων πολλαπλασιάζει και ανανεώνει τη δύναμη της πολιτικής να πείθει πολλαπλά ακροατήρια και να διαμορφώνει νέες διεθνείς καταστάσεις.
Μέσα από τις μακροχρόνιες διαδικασίες του ευρωπαϊκού state-building, η ΕΕ σχηματοποιήθηκε σε ένα «μεταμοντέρνο σύστημα», που είναι -τουλάχιστον για τους σχεδιαστές του- περισσότερο μεταεθνικό παρά υπερεθνικό.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι μια κοινότητα κρατών που θεωρεί ότι ο πόλεμος -μέσα από την τραυματική ευρωπαϊκή εμπειρία των δύο παγκόσμιων πολέμων- αποτελεί αποτυχία της πολιτικής. Οι Ευρωπαίοι τείνουν να αντιλαμβάνονται το δικό τους μεταμοντέρνο σύστημα ως μέρος ενός γενικότερου συστήματος, στο οποίο η έννοια του συσχετισμού δυνάμεων πρέπει να αντικατασταθεί από έννοιες όπως η «απόρριψη της ισχύος» και η «αυτοεπιβαλλόμενη συμπεριφορά». Αυτό τους οδηγεί στην απόρριψη του κλασικού raison d'état από την εποχή του Μακιαβέλλι, δηλαδή της αποτελεσματικότητας -άρα, εν πολλοίς, και της μη ηθικής- της λειτουργίας του κράτους, και στην αντικατάσταση του από την συνειδησιακή ηθική στις διεθνείς υποθέσεις.

---------------------------------------------------------------
Σύμφωνα με τον μύθο, ο οποίος τροφοδοτεί τους πανηγυρικούς λόγους των Ευρωπαίων πολιτικών, οι λαοί της ευρωπαϊκής ηπείρου, διδαγμένοι από τις πικρές εμπειρίες, μπήκαν επιτέλους στον δρόμο της λογικής και ενσάρκωσαν σε οικονομικούς και πολιτικούς θεσμούς τη βούλησή τους για ειρηνική συμβίωση. Η εδραίωση των θεσμών τούτων ισοδυναμεί λοιπόν με εργασία προς χάριν της ειρήνης, ενώ η υπονόμευσή τους με την επιστροφή σε εποχές απαίσιας μνήμης. Ο μύθος τούτος είναι αυτάρεσκος... Όποιος θεωρεί ότι εδώ πρυτάνευσε ο ειρηνόφιλος Λόγος, είναι απροετοίμαστος απέναντι σε άσχημες εξελίξεις εντός της Ευρώπης και επι πλέον εκτίθεται στον κίνδυνο να επεκτείνει αυτή του τη θεώρηση σε ολόκληρο το πλανητικό τοπίο, δηλαδή να αποδώσει στην Ευρωπαϊκή Ένωση χαρακτήρα προτύπου και να προσδοκά την λύση των παγκόσμιων προβλημάτων από ένα παγκόσμιο κράτος, το οποίο θα στηριζόταν στη συναίνεση και θ' αποτελούσε μιαν Ευρωπαϊκή Ένωση In magno...
Ο εν μέρει οικουμενιστικός-ηθικολογικός και εν μέρει οικονομιστικός τόνος, που δεσπόζει στη σημερινή εξωτερική πολιτική της Γερμανίας, στην πραγματικότητα αποτελεί μια καινούργια παραλλαγή της παλαιάς φυγής προς την απλούστευση, μιαν άλλη έκφραση της ίδιας παλιάς αμηχανίας μπροστά τον άπειρα περίπλοκο χαρακτήρα της πολιτικής –μόνο που τώρα έχουν αντιστραφεί τα πρόσημα. Η πεισματική στροφή προς τον ηθικό και οικονομικό παράγοντα έχει ως σκοπό της, όπως νομίζεται, την οριστική αποκοπή από την «πολιτική της ισχύος», ενώ η ευημερία των τελευταίων σαράντα ετών φαίνεται να αποδεικνύει, προς γενική ικανοποίηση, ότι η ηθική δεν ωφελεί μόνον την ψυχή αλλά και την κοιλιά. Ωστόσο η διχοτομία μεταξύ οικονομίας και πολιτικής παραμένει πλασματική κατασκευή, εφ’ όσον η οικονομία αφορά, το ίδιο όπως και η πολιτική, συγκεκριμένες σχέσεις συγκεκριμένων ανθρώπων· η πολιτική που έχει μετατραπεί σε οικονομία δεν είναι λιγότερο πολιτική από την πολιτική που μετατρέπεται σε θεολογία, ηθική και αισθητική. Αν λοιπόν η γερμανική πλευρά θέλει μεν την ευρωπαϊκή ενοποίηση, όμως τη θέλει κυρίως για λόγους οικονομικής αποτελεσματικότητας, θα πρέπει να γνωρίζει ότι μια τέτοια ενοποίηση μπορεί να οξύνει τους οικονομικούς αγώνες κατανομής και ανακατανομής. Το οικονομικό στοιχείο, το οποίο σήμερα εκθειάζεται ως πανάκεια κατά της πολιτικής της ισχύος και του εθνικισμού, θα αποδειχθεί τότε αγωγός ακριβώς τέτοιων βλέψεων και τάσεων.
---------------------------------------------------------------

β´
Το ευρωπαϊκό εγχείρημα εδράζεται σε μια νέα αρχή: ασφάλεια μέσω της διαφάνειας και διαφάνεια μέσω της αλληλεξάρτησης. Πρόκειται για μια ενδο-ευρωπαϊκή διαδικασία που προϋποθέτει ότι το μεγαλύτερο μέρος της κοινής ευρωπαϊκής άμυνας και ασφάλειας εξασφαλίζεται από τις ΗΠΑ. Με αυτά τα δεδομένα, η έννοια της αλληλεξάρτησης (δηλαδή οι δεσμοί δια των οποίων η Ευρώπη συνδέεται με το γεωοικονομικό της περίγυρο μέσα από συμφωνίες, καθεστώτα εμπορικών προτιμήσεων και τη διαδικασία συμμετοχής στην ΕΕ) αποτελεί καθαυτή μια επεκτατική τάση, που σπρώχνει τα σύνορα της ΕΕ προς την Ανατολή, τη Ρωσία, την Ουκρανία, τα Βαλκάνια, τις παρυφές της Ευρασίας και τη Μεσόγειο.
Ο συναινετικός τρόπος λήψης αποφάσεων στην ΕΕ παράγει διακριτά αποτελέσματα, που επηρεάζουν τις εθνικές ταυτότητες και ιδέες, αν αυτές οι αποφάσεις σχετίζονται με την εξωτερική πολιτική και την πολιτική άμυνας και ασφάλειας. Πρόκειται για διαδικασίες διαμόρφωσης συλλογικής μνήμης, βασισμένες σε συμβολισμούς και μύθους που σχετίζονται με το τι πρέπει να κάνει η Ευρώπη στον κόσμο. Το παρελθόν, δηλαδή το τι έκανε στον κόσμο η Ευρώπη, χρησιμοποιείται μόνον ως αφανές υπόβαθρο, σαν μια συνιστώσα της συλλογικής μνήμης που αδυνατίζει με το πέρασμα των χρόνων.
Οι εξελίξεις αυτές καθιστούν ιδιαίτερα δύσκολη για τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις την πιθανότητα κινητοποίησης της κοινής γνώμης για στρατιωτικές επιχειρήσεις, ακόμη περισσότερο στο βαθμό όπου οι τελευταίες ταυτίζονται με τη συνήθη και επαναλαμβανόμενη πρακτική των ΗΠΑ, η οποία σφραγίζει την ταυτότητα τους - κάτι που δεν ταιριάζει με την αναδυόμενη «μεταμοντέρνα» ταυτότητα της ΕΕ.
Είτε στο επίπεδο των κρατών-μελών είτε στο επίπεδο της ΕΕ, η συναινετική πολιτική κάνει τη διάκριση μεταξύ «φίλου» και «εχθρού» εξαιρετικά δυσχερή. Σε γενικές γραμμές, η ΕΕ φαίνεται να διαμορφώνεται σε μια «δημοκρατική κοινότητα χωρίς εχθρούς». Στην πραγματικότητα, πρόκειται για ψευδαίσθηση, στο βαθμό όπου εθνικές διαφοροποιήσεις στα κράτη-μέλη εξακολουθούν να υπάρχουν, ενώ δεν υφίσταται κανένας μηχανισμός που να μπορέσει να αποτρέψει αυτές τις αντιθέσεις από το να γίνουν ανταγωνιστικές. Πολύ περισσότερο, η κατάσταση στα Βαλκάνια και στην Ανατολική Μεσόγειο παραμένει τεταμένη, εφόσον τα εθνικά προβλήματα μεταξύ κρατών δεν μπορούν εύκολα να διευθετηθούν. Οι οπαδοί της θεωρίας για τη δημοκρατική ειρήνη εξακολουθούν να υποστηρίζουν ότι είναι εξαιρετικά δύσκολο στο επίπεδο των εθνικών κρατών να κινητοποιηθεί ο λαϊκός παράγοντας υπέρ οποιασδήποτε πολεμικής λύσης. Αυτό ισχύει θεωρητικά ακόμη περισσότερο για τις ευρωπαϊκές «μεταεθνικές» κοινωνίες, που εμφανίζουν αποδυνάμωση της εθνικής τους ταυτότητας -προς το παρόν εξακολουθούν να υπερισχύουν οι εθνικισμοί, όπως δείχνουν οι πολιτικές προστατευτισμού ή ατομικής διάσωσης που επιλέγουν οι μεγάλες δυνάμεις της ΕΕ, αλλά και ιδιαίτερη ευαισθησία στις αντιδράσεις της παγκόσμιας κοινής γνώμης.
Βέβαια, ο δια ομοφωνίας τρόπος λήψης αποφάσεων της ΕΕ -ο οποίος αλλάζει με την επικύρωση της Συνθήκης της Λισσαβόνας- της στερεί το δυναμισμό αυτού που στις ΗΠΑ αποκαλούν «υπεροχή της απόφασης». Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό, γιατί, αν (σύμφωνα με το κυρίαρχο τρόπο ανάλυσης των διεθνών σχέσεων) ζούμε σε μια περίοδο κινδύνων και όχι απειλών, η δυνατότητα χρησιμοποίησης της «υπεροχής της απόφασης» μπορεί να κάνει τη διαφορά ανάμεσα στην επιτυχία και την αποτυχία κατά τη διαδικασία διαχείρισης κινδύνων.
Αυτή η μετάβαση από την αντιμετώπιση απειλών στην αντιμετώπιση κινδύνων έχει επηρεάσει καθοριστικά τις απόψεις των ΗΠΑ και της Ευρώπης στα θέματα άμυνας και ασφάλειας. Μπορούμε να διακρίνουμε τριά βασικά χαρακτηριστικά στο θέμα της αντιμετώπισης κινδύνων: πρώτον, ότι ο εχθρός είναι κινητικός και απεδαφικοποιημένος' δεύτερον, ότι η έννοια της συμμαχίας ή της συμμετοχής σε μια κοινότητα άμυνας και ασφάλειας είναι μεταβλητή και όχι σταθερή' και, τρίτον, ότι οι συμμαχίες συγκροτούνται γύρω από αφαιρέσεις, γύρω από γενεσιουργούς διαδικασίες (π.χ. «τρομοκρατία», οργανωμένο έγκλημα, οικολογική καταστροφή κ.λπ.) και όχι γύρω από συγκεκριμένες απειλές. Ακόμη και στο νέο πλαίσιο διεθνούς ασφάλειας χρειάζεται η ισχύς του παγκόσμιου ηγεμόνα προκειμένου να εξασφαλισθεί η λειτουργία του παγκόσμιου συστήματος ισορροπιών. Μόνο μέσα στο πλαίσιο αυτό μπορεί να λειτουργήσει ένα μεταεθνικό μόρφωμα, μια «μεταμοντέρνα αυτοκρατορία» -όπως θέλουν να την προσδιορίζουν οι εμπνευστές της-, η οποία θα ενσωματώνει τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις αξίες του κοσμοπολιτισμού, όπως ισχύει στην περίπτωση της ΕΕ.
Βέβαια, και οι ΗΠΑ αποδέχονται τις ίδιες αξίες και αρχές, αλλά τις μετατρέπουν με διαφορετικό τρόπο σε πολιτική. Η ευρωπαϊκή αποστροφή προς τον πόλεμο δεν σημαίνει ότι η ΕΕ έχει αποποιηθεί των δικαιωμάτων της να ασκεί αστυνόμευση. Μόνο που η αστυνόμευση συνήθως έπεται στρατιωτικών επιχειρήσεων τις οποίες κατά κανόνα, πραγματοποιούν οι ΗΠΑ.
Στο πλαίσιο αυτό, οι διαδικασίες «peacekeeping» και «peace enforcement» αντιπροσωπεύουν ό,τι ονομάζουμε «ήπια εξισορρόπηση», σε αντίθεση με τη «σκληρή εξισορρόπηση» που αντιπροσωπεύει η λογική των ΗΠΑ για προσφυγή σε στρατιωτικές λύσεις και πολέμους. Οι πολεμικές λύσεις, υποστηρίζεται ότι αποτελούν παρελθόν για την Ευρώπη και δεν έχει ιδιαίτερη σημασία για αυτήν η σκληρή αντιπαράθεση με τις ΗΠΑ. Αυτό που έχει ιδιαίτερη σημασία για τους Ευρωπαίους είναι η προώθηση ενός εναλλακτικού μοντέλου οργάνωσης των διεθνών σχέσεων: ενός «μεταεθνικού» μοντέλου...


.~`~.
II
Το μεταμοντέρνο ευρωπαικό περιβάλλον ασφάλειας
οι πλουραλιστικές και οι συγχωνευμένες κοινότητες ασφάλειας

α´
Την περίοδο 1991-1992 το ευρωπαϊκό περιβάλλον ασφάλειας υπέστη μια θεσμική αλλαγή. Η κατάρρευση της ΕΣΣΔ και η διάλυση του Συμφώνου της Βαρσοβίας σηματοδότησαν τον τερματισμό της άμεσης συμβατικής απειλής ενάντια στη Δύση. Το τέλος του Ψυχρού Πολέμου σήμανε και την εξάλειψη της ανάγκης για την ύπαρξη και λειτουργία μιας παραδοσιακής στρατιωτικής συμμαχίας. Αυτό δεν συνέβη ποτέ γιατί ο στρατιωτικός παράγοντας είναι καθοριστικός για την αναπαραγωγή της αμερικανικής πρωτοκαθεδρείας στο χώρο της Δύσης, καθώς και για τη διατήρηση εκμετάλλευσης του Τρίτου Κόσμου. Το ΝΑΤΟ με τη νέα Στρατηγική Αντίληψη, η οποία εγκρίθηκε στη σύνοδο της Ρώμης, εισήλθε σε μια νέα εποχή, αυτήν της μεταμοντέρνας κοινωνικής πραγματικότητας. Το ΝΑΤΟ, ως μια κοινότητα ασφάλειας, αποτελεί έναν από τους αποτελεσματικότερους μηχανισμούς του δυτικού κόσμου για την παραγωγή άμυνας, ασφάλειας και σταθερότητας στο νέο, μεταμοντέρνο περιβάλλον ασφάλειας. Την ίδια περίοδο, η υιοθέτηση από τις ευρωπαϊκές χώρες της Συνθήκης του Μάαστριχ έθετε σε κίνηση τη διαδικασία δημιουργίας της ΕΕ, η οποία θα αποτελούσε μιαν άλλη δυνητική κοινότητα ασφαλείας.
Η κοινότητα ασφάλειας είναι μια έννοια η οποία χρησιμοποιείται συστηματικά στους ευρωατλαντικούς κύκλους από τη δεκαετία του '50. Σε γενικές γραμμές, οι φιλελεύθερες δημοκρατικές κοινότητες ασφάλειας ακολουθούν τις βασικές ιδέες περί καντιανής ειρήνης, μέσω μιας επεκτεινόμενης εθελοντικής σύμπραξης διαφόρων κρατών. Η έννοια της κοινότητας ασφάλειας φαίνεται να ταιριάζει ακόμη περισσότερο μέσα στο μεταμοντέρνο περιβάλλον ασφάλειας, στο βαθμό όπου ένα σύνολο αλληλεπικαλυπτόμενων κοινοτήτων ασφάλειας μπορεί να παρέχει μόνιμη ειρήνη μεταξύ των επιμέρους κρατών.
Οι κοινότητες ασφάλειας διακρίνονται στις πλουραλιστικές και στις συγχωνευμένες. Τα επιμέρους χαρακτηριστικά μιας συγχωνευμένης αμυντικής κοινότητας περιλαμβάνουν: 1) κοινές αξίες - πολιτικές, οικονομικές, θρησκευτικές' 2) κοινή αίσθηση του «εμείς»' 3) ίδιο τρόπο ζωής' 4) ύπαρξη ηγετικών παραγόντων/ομάδας' 5) υψηλή οικονομική ανάπτυξη' 6) θετικές προσδοκίες για τα πλεονεκτήματα της ολοκλήρωσης' 7) εκτεταμένες συναλλαγές και επικοινωνία' 8) διεύρυνση των κυρίαρχων ελίτ' 9) σταθερούς δεσμούς μεταξύ των ελίτ διαφορετικών κρατών' 10) υψηλή γεωγραφική κινητικότητα του πληθυσμού. Μια πλουραλιστική αμυντική κοινότητα χαρακτηρίζεται από: 1) κοινές φιλελεύθερες δημοκρατικές αξίες και και κοινή ταυτότητα' 2) σύνθετη αλληλεπίδραση μεταξύ των μελών' 3) στοιχεία της δημοκρατικής ειρήνης' 4) στρατηγική συμπράξεων και συνεργασιακές ρυθμίσεις ασφάλειας' 5) συλλογική άμυνα και συλλογικούς μηχανισμούς ασφάλειας για την επίλυση κρίσεων. Ενώ και οι δύο βασίζονται στις αρχές της δημοκρατικής ειρήνης, στις πλουραλιστικές κοινότητες τα κράτη διατηρούν την εθνική τους κυριαρχία, ενώ στις συγχωνευμένες κοινότητες διαμορφώνονται διάφοροι ενοποιητικοί μηχανισμοί, στους οποίους εκχωρούνται τομείς της εθνικής κυριαρχίας - ο βαθμός αυτής της εκχώρησης εξαρτάται από τη συνολική ισχύ κάθε χώρας.
Με τα δεδομένα αυτά, το ΝΑΤΟ έχει τα χαρακτηριστικά μια πλουραλιστικής κοινότητας ασφάλειας, ενώ η ΕΕ μετεξελίσεται σταδιακά σε μια συγχωνευμένη κοινότητα ασφάλειας. Βέβαια, κάτω από τις συνθήκες της μεταμοντέρνας θεσμικής οικοδόμησης, οι διαφορές μεταξύ των συγχωνευμένων και πλουραλιστικών κοινοτήτων ασφάλειας τείνουν να εξαλειφθούν, αν και η διαδικασία αυτή είναι συχνά μακροχρόνια.

β´
Με δεδομένο ότι η δημοκρατική ειρήνη αποτελεί τον συνεκτικό κρίκο μέσα στα πλαίσια των πλουραλιστικών κοινοτήτων ασφάλειας -αλλά και των αντίστοιχων συγχωνευμένων- ο πόλεμος μεταξύ των μελών της κοινότητας θεωρείται αδιανόητος. Όπως όμως έχει δείξει η εμπειρία της στάσης του ΝΑΤΟ για μη εμπλοκή στην περίπτωση τουρκικής επίθεσης εις βάρος της Ελλάδας -μια στάση η οποία έχει μεταφερθεί και στη συνθήκη της Λισσαβόνα- ο πόλεμος μεταξύ των μελών μιας κοινότητας δεν πρέπει να θεωρείται απίθανος.
Η σύνθετη αλληλεξάρτηση αποτελεί άλλο ένα σημαντικό χαρακτηριστικό των μεταμοντέρνων κοινοτήτων ασφάλειας. Η σύνθετη αλληλεξάρτηση μπορεί να περιγραφεί σαν ένα σύνολο διαύλων που συνδέουν τις κοινωνίες, απουσία της χρήσης βίας μεταξύ των κρατών, αποδοχή κοινών αξιών (στην περίπτωση των χωρών της Δύσης η αναφορά γίνεται στις αξίες της φιλελεύθερης αστικής δημοκρατίας και της ελεύθερης λειτουργίας της αγοράς) καθώς και η απουσία ιεράρχησης και αξιολόγησης ζητημάτων. Οι χώρες αυτές ακολουθούν τις αρχές της συλλογικής άμυνας, γιατί, λόγω της αλληλεξάρτησης τους, οποιαδήποτε επίθεση εναντίον ενός μέλους της κοινότητας επηρεάζει σοβαρά την ασφάλεια αλλά και τα συμφέροντα των άλλων μελών της κοινότητας (σε συγκεκριμένες περιπτώσεις η επίθεση αυτή δεν χρειάζεται να είναι εξωτερική' και οι εσωτερικές αναταράξεις, επαναστατικές κινήσεις κ.λπ. αντιμετωπίζονται με την ίδια λογική, κυρίως στην περίπτωση των χωρών της ΕΕ).
Κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου υπήρχε μια ευρύτερη συναίνεση μεταξύ των κυρίαρχων πολιτικοστρατιωτικών ελίτ ότι ο όρος «ασφάλεια» σήμαινε εθνική ασφάλεια, δηλαδή το συμφέρον και την επιβίωση του κράτους. Σήμερα, οι μεταμοντέρνες κοινότητες ασφάλειας κατανοούν την ασφάλεια ως ανθρώπινη ασφάλεια. Η έννοια της ανθρώπινης ασφάλειας μπορεί να καθορισθεί με τους όρους: 1) οικονομική ασφάλεια' 2) περιβαλλοντική ασφάλεια' 3) ασφάλεια τροφής' 4) ασφάλεια συνθηκών υγείας' 5) προσωπική ασφάλεια' 6) κοινοτική ασφάλεια' και 7) πολιτική ασφάλεια. Οι τρείς διαφορετικές συναθροιστικές έννοιες της ανθρώπινης ασφάλειας -τα δικαιώματα και η εφαρμογή του νόμου, η ασφάλεια των ανθρώπων και η διατηρήσιμη ανάπτυξη- χαρακτηρίζονται από διαφορετικές αντιλήψεις για το τι συνιστά τη μεγαλύτερη απειλή στην ανθρώπινη ασφάλεια. Ο «πόλεμος κατά της τρομοκρατίας», ο οποίος ξεκίνησε μετά τα γεγονότα της 11ης Σεπτεμβρίου 2001, επηρέασε με συγκεκριμένους τρόπους την περαιτέρω ανάπτυξη των μεταμοντέρνων κοινοτήτων ασφάλειας στην Ευρώπη. Πρέπει να σημειωθεί ότι η αρχή της συλλογικής άμυνας και το άρθρο 5 του Καταστατικού του ΝΑΤΟ χρησιμοποιήθηκαν για πρώτη φορά όχι με την παραδοσιακή τους έννοια, δηλαδή ενάντια σε συγκεκριμένο εχθρό, αλλά ως μέσο συλλογικής ασφάλειας. Η 11η Σεπτεμβρίου συμβολίζει επίσης την επανένωση (μετά την ενδοσκόπηση στη δεκαετία του '90) της φιλελεύθερης -και νεοφιλελεύθερης- Δύσης, στο βαθμό όπου η εκστρατεία απέναντι στη «διεθνή τρομοκρατία» έλαβε την ομόφωνη έγκριση των δυτικών κυβερνήσεων...
Στο σημείο αυτό θα πρέπει να επισημάνουμε ορισμένες συγκεκριμένες αντιφάσεις του γενικότερου πλαισίου επίλυσης διαφορών. Εδώ και λίγα χρόνια αναπτύσσεται μέσα στα πλαίσια της ΕΕ η αντίληψη της «Ευρώπης ως κανονιστικής δύναμης». Πρόκειται περισσότερο για μια ιδεολογική κατασκευή, παρά για ένα αντικειμενικό γεγονός. Σύμφωνα με αυτή, η ισχύς της «Ευρώπης ως κανονιστικής δύναμης» βρίσκεται στις αλλαγές που μπορεί να επιβάλλει σε τρίτα μέρη, εν μέρει λόγω του ηγεμονικού της στάτους. όπως επισημάναμε, η ιδέα ότι η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση και η ίδια η ΕΕ αποτελούν μια θετική δύναμη για την επίλυση και υπέρβαση των συγκρούσεων, υπάρχει από την αρχή της διαμόρφωσης του ευρωπαϊκού σχεδίου. Το ερώτημα είναι αν αυτή η ιδεολογική κατασκευή της ΕΕ ως κανονιστικής δύναμης της επιτρέπει να έχει επιτυχείς επεμβάσεις σε διεθνείς συγκρούσεις. Βέβαια, αυτή η ιδεολογική κατασκευή δεν είναι πάντα αποδεκτή από τους εμπλεκόμενους στις διεθνείς συγκρούσεις και μπορεί να χρησιμοποιηθεί με διαφορετικούς τρόπους από τα αντιτιθέμενα μέρη.


.~`~.
III
Αλλαγές στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Ευρώπης

Την τελευταία δεκαετία του 20ού αιώνα, και ως αποτέλεσμα της κατάρρευσης του Υπαρκτού Σοσιαλισμού, εμφανίζονται μεγάλες αλλαγές στη διάταξη των κρατών και στις ισορροπίες της Ευρώπης.
Πρώτον, η αύξηση του αριθμού των ευρωπαϊκών κρατών ως αποτέλεσμα της διάλυσης της ΕΣΣΔ, της Γιουγκοσλαβίας και της Τσεχοσλοβακίας διαμόρφωσε μια νέα ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική.
Δεύτερον, τα ανατολικά σύνορα της ΕΕ έχουν μετατοπισθεί, προσεγγίζοντας τη Ρωσία, ως αποτέλεσμα της τελευταίας διεύρυνσης της ΕΕ, και θα μετατοπισθούν ανατολικότερα, αν ενσωματωθεί η Ουκρανία στους δυτικούς θεσμούς.
Τρίτον, το γεωσύστημα του Καυκάσου αποκτά μια διαφορετική δυναμική. Εκ των τεσσάρων χωρών που το απαρτίζουν -Ρωσία, Αρμενία, Γεωργία, Αζερμπαϊτζάν- τουλάχιστον μια, η Γεωργία, αποτελεί σταθερή υποψήφιο προς ένταξη στο ΝΑΤΟ, αν και η προοπτική αυτή έχει περιορισθεί μετά τη σύγκρουση με τη Ρωσία τον Αύγουστο του 2008. Στο βαθμό όπου το γεωσύστημα του Καυκάσου αποτελεί ενιαία γεωγραφική ενότητα με την Τουρκία -της οποίας οι ενταξιακές διαπραγματεύσεις με την ΕΕ έχουν ήδη αρχίσει (ασχέτως της διάρκειας των διαπραγματεύσεων, και της κατάληξης τους)- η Τουρκία θα αποκτήσει μια μορφή σχέσης με την ΕΕ και κατά πάσα πιθανότητα θα ενσωματωθεί στην Ευρωπαϊκή Άμυνα, με το ανατολικό όριο της Ευρώπης και του ΝΑΤΟ να μετατίθεται στον άξονα Καυκάσου-Τουρκίας [«συνορεύοντας» έτσι με τη Ρωσία και το Ιράν, ενώ παράλληλα με ενδεχόμενο έλεγχο της Συρίας, η Μεσόγειος μετατρέπεται σε ΝΑΤΟική Λίμνη].
Τέταρτον, ανεξαρτήτως των όποιων εξελίξεων στο Ιράκ και της σχέσης της ΕΕ, του ΝΑΤΟ και των ΗΠΑ με αυτές, το νέο ανατολικό όριο της Ευρώπης έχει ήδη μετατεθεί στην Ανατολική Μεσόγειο. Επομένως, η Νοτιοανατολική Ευρώπη δεν είναι πλέον τα Βαλκάνια, αλλά η Γεωργία, η Αρμενία, το Αζερμπαϊτζάν, η Τουρκία και η Κύπρος. Η Ελλάδα και το σύνολο των Βαλκανίων αποτελούν το νοτιότερο τμήμα του άξονα της κεντρικής Ευρώπης. Πρόκειται για το πλέον ασταθές ευρωπαϊκό γεωσύστημα, στο βαθμό όπου σε αυτό εμφανίζονται σημεία τριβής μεταξύ των αμερικανικών και γερμανικών συμφερόντων, και δεν αναμένεται να σταθεροποιηθεί σύντομα παρά την ένταξη της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας.

Κόκκινο - Η.Π.Α, Μπλε - Γαλλία, Μαύρο - Γερμανία, Πράσινο - Ρωσία
Κλικ στην εικόνα για μετάβαση

Σε γενικές γραμμές θα πρέπει να παρατηρήσουμε ότι η βασική στρατηγική των ΗΠΑ για τον έλεγχο της Ρωσίας εξακολουθεί να είναι βασισμένη περισσότερο στη ναυτική ισχύ παρά στην αντίστοιχη χερσαία. Αυτό μεταφράζεται με όρους παραδοσιακής γεωπολιτικής αντίληψης, στη συνέχεια του ελέγχου των παρυφών (ή των «κρηπιδωμάτων») της Ευρασίας. Ο έλεγχος των παρυφών γίνεται αποτελεσματικότερος δια του ειδικότερου ελέγχου από τις ΗΠΑ των πέντε θαλασσών της Ευρώπης: της Βόρειας Θάλασσας, της Βαλτικής, της Δυτικής Μεσογείου, της Ανατολικής Μεσογείου και της Μαύρης Θάλασσας.


Ο έλεγχος αυτών των θαλασσών, εκτός από την αυτόνομη γεωστρατηγική του διάσταση -διασφαλισμένος από τον 2ο και τον 6ο Ναυτικό Στόλο των ΗΠΑ καθώς και από τις δυνάμεις των νατοϊκών χωρών-μελών- συμβάλλει στη διασφάλιση των προϋποθέσεων για μια μελλοντική πρόσβαση των δυνάμεων της Δύσης στην Κασπία Θάλασσα, τον κυριότερο κόμβο ενεργειακών αποθεμάτων στην καρδιά της Ευρασίας [Η Κασπία έχει σύνορα με τη Ρωσία, το Καζακστάν, το Αζερμπαϊτζάν, το Τουρκμενιστάν και το Ιράν].


Βαγγέλης Χωραφάς - Λευτέρης Ρίζας

Στη λεγόμενη «μεταμοντέρνα και απεδαφικοποιημένη» γεωπολιτική θα αναφερθώ σε επόμενη ανάρτηση.

.~`~.
Για περαιτέρω ιχνηλάτηση και πληρέστερη προοπτική