28 Σεπτεμβρίου 2013

Ορισμένες σκέψεις.


Προσπαθώ να καταλάβω πως είναι δυνατόν να υπάρξει εμπιστοσύνη σε μια κυβέρνηση η οποία, πρώτη αυτή, έχει συμβάλλει στην αποσύνθεση της λειτουργίας του κοινοβουλίου, τη διάβρωση της νομοθεσίας μέσω διαταγμάτων και κυρίως, την «υπαγωγή του νόμου στην πολιτική» -σκοπιμότητα- δίνοντας προτεραιότητα στο θέαμα έναντι του habeas corpus' η οποία, πρώτη αυτή, έχει συμβάλλει στο να κυβερνά επί ενός υπαρκτού πολιτεύματος το οποίο, με βάση τις λειτουργίες του, δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως «Προεδρευόμενη κοινοβουλευτική δημοκρατία», και η οποία, πρώτη αυτή, είναι η συμπύκνωση και η ουσία του κομματικοκρατικού μηχανισμού των τελευταίων δεκαετιών - για να μην αναφερθώ καθόλου στις κοινωνικές συνθήκες. Όλα τα προηγούμενα είναι κατάλυση των προϋποθέσεων της ύπαρξης αυτού που -υποτίθεται πως- προασπίζεται. Από εκεί και πέρα.
Η συμμετοχή της χώρας σε ορισμένους διεθνείς οργανισμούς-θεσμούς, προσδίδει στην ταυτότητα της Ελλάδας, ως κράτους, ορισμένα στοιχεία. Αυτά τα στοιχεία δεν δύναται ν' αμφισβητηθούν, απλά από ορισμένες εσωτερικές διεργασίες στο κομματικό σύστημα ενός μικρομεσαίου κράτους-μέλους το οποίο συμμετέχει σε αυτούς τους οργανισμούς, διότι οι αμφισβητήσεις αυτές και οι διεργασίες μπορεί να έχουν ως συνέπεια την πιθανή αποπομπή του (αν όχι την άμεση παρέμβαση στο εσωτερικό του)' πόσο μάλλον όταν σε λίγους μήνες πρόκειται αυτό το κράτος-μέλος ν' αναλάβει την Προεδρία του Συμβουλίου της Ε.Ε και τις ερχόμενες ημέρες υπάρχουν συναντήσεις με τον πρόεδρο των Η.Π.Α και τον Γενικό Γραμματέα του Ο.Η.Ε (η Ελλάδα δεν έχει δράσει ποτέ ως αμφισβητίας ή αποσυνθετικός παράγοντας στα διεθνή συστήματα και το διεθνές δίκαιο, όπως για παράδειγμα η Γερμανία, δύο φορές' μάλιστα η Ελλάδα ήταν στα πρώτα τέσσερα μη μόνιμα μέλη της Κ.τ.Ε μαζί με το Βέλγιο, τη Βραζιλία και την Ισπανία).
Αν και η συγκεκριμένη κυβέρνηση μας έχει συνηθίσει σε βαρύγδουπους τακτικισμούς όπου σκοπεύουν στη διαχείριση των εσωτερικών συσχετισμών, το θέαμα που παρακολουθούμε (το οποίο έχει ενοχλήσει αρκετούς συνταγματολόγους) δεν απευθύνεται προς το εσωτερικό της χώρας, αλλά προς το εξωτερικό της.
Όταν εγκαθιδρύθηκε, κάποτε (την εποχή που ορισμένοι τωρινοί κρατικοί «εταίροι» ήταν εχθροί), στη χώρα το δικτατορικό καθεστώς της 4ης Αυγούστου, ολόκληρη η ευρωπαϊκή ήπειρος είχε σαρωθεί από μονοκομματικά καθεστώτα' η Ελλάδα απλά ακολούθησε. Αυτή ήταν η κυρίαρχη κατάσταση στην Ευρώπη τότε, όχι η εξαίρεση. Στην Ελλάδα, περίπτωση να εγκαθιδρυθεί ή να φτάσει κοντά στο να εγκαθιδρυθεί μονοκομματικό καθεστώς τέτοιας φύσεως, ούτε υπήρξε ούτε υπάρχει' μια τέτοια πιθανότητα μπορεί να γίνει υπαρκτή μονάχα εφόσον προηγηθούν παρόμοιες, ξεκάθαρα διαφαινόμενες τάσεις στο εσωτερικό της Ε.Ε, δηλαδή να υπάρξει μεταστροφή στην ίδια την ταυτότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (συνάμα βέβαια, ιστορικά, κατ' επανάληψη η χώρα δρα σαν προκεχωρήμενος αισθητήρας επερχόμενων εξελίξεων). Εάν αρχίσουν να αναδύονται τέτοιες τάσεις εντός της Ε.Ε (και όχι απλά τριτοτέταρτα κόμματα όπως συμβαίνει αυτή τη στιγμή), τότε να αρχίσετε να ανησυχείτε για μια τέτοια πιθανότητα.
Συνυπολογίζοντας τα προηγούμενα, μπορεί κανείς έπειτα να περάσει σε αναλύσεις για το εσωτερικό της χώρας. Υπό αυτή την προοπτική αντίληψης των πραγμάτων (η οποία δεν αξιώνει το αλάθητο, αλλά αξιώνει να υπάρχει), η αυτοσυντήρηση του κομματικοκρατικού μηχανισμού, οριοθετείται από την ταυτότητα της Ένωσης, την παρακίνηση και την ανοχή που η τελευταία επιδεικνύει απέναντι στις πρακτικές που χρησιμοποιεί ο μηχανισμός αυτός για την αυτοσυντήρηση του (προφανώς στην «ανεκτική» ταυτότητα της Ε.Ε είναι αποδεκτό στοιχείο η κατάλυση πολιτευμάτων «προς αποπληρωμή των δανειστών», καθώς επίσης η συνεργασία με και η στήριξη προς τους «φορείς και το σύστημα της διαφθοράς», που υποτίθεται πως θέλει η Ε.Ε να καταπολεμήσει μέσω του εύηχου συνθήματος «ασφάλεια μέσω της διαφάνειας και διαφάνεια μέσω της αλληλεξάρτησης» - για την Ιφιγένεια εν Ευρώπη θα μας πουν κάτι;). Πρακτικές που, πέρα από όψιμους «δημοκρατικους» πανηγυρικούς από τη μια και αμήχανες συνθηματολογικές ειρωνίες από την άλλη, αν τις δούμε από καθαρά εσωτερική σκοπιά, με βάση το σύνταγμα, ξεπερνούν τα όρια των αρμοδιοτήτων της κυβέρνησης (η οποία, επαναλαμβάνω, είναι η συμπύκνωση και η ουσία του κομματικοκρατικού μηχανισμού των τελευταίων δεκαετιών - στον οποίον παραχωρεί ασυλία μεγάλο μέρος «των πολιτών») και οι οποίες δεν θα έπρεπε να υποτιμηθούν, καθώς φανερώνουν την άσκηση υπερεξουσιών και τον σταδιακό μετασχηματισμό του υπαρκτού πολιτεύματος σε κάτι άλλο (το οποίο παρά τις βαρύγδουπες δηλώσεις που απευθύνονται στην Ευρώπη δεν προσιδιάζει σε «κράτος δικαίου»). Αν μάλιστα όλα τα προηγούμενα δυναμοποιηθούν από μια εθνικοδιχαστική ρητορική μπορούν νοητά να μας επαναφέρουν σε μια, τεχνητά κατασκευασμένη, «μεταμοντέρνα» προ του 1936 κατάσταση, δίχως να υπάρχουν, το επαναλαμβάνω και επιμένω σε αυτό, οι εξωτερικές-διεθνείς συνθήκες για την προσομοίωση μιας τέτοιας κατάστασης (θα ακολουθήσει ανάρτηση ενθυμήσεων για το τότε διεθνές πλαίσιο, την περίοδο που «ο νόμος υπαγόταν στην πολιτική» επίσημα).
Μιλώντας -για όσες και όσους ενδιαφέρονται- με κλασικούς όρους περιγραφής του πολιτικού γίγνεσθαι μέσω του οριζόντιου άξονα, είναι αυτονόητο και ευλογοφανές, μα καθόλου εύλογα ψυχικά αποδεκτό πως: δε «νικά» την ακροδεξιά η αριστερά, αλλά μια ισχυρή δεξιά η οποία ενσωματώνει στοιχεία της, όπως και δε «νικά» την ακροαριστερά η δεξιά, αλλά μια ισχυρή αριστερά η οποία ενσωματώνει στοιχεία της. Βέβαια, οι όροι αυτοί είναι παραπλανητικοί, το ζήτημα είναι ο κομματικοκρατικός μηχανισμός. Ωστόσο όλα αυτά μπορούν να οδηγήσουν σε κατάρρευση, αν δεν υπάρχει η βούληση, η ισχύς και η απόφαση. Η κυβέρνηση, μέσω των τριών προηγούμενων, απέκτησε το ηθικό πλεονέκτημα και συνάμα επιβεβαίωσε την ισχύ της έναντι της αντιπολίτευσης' κάτι που ίσως να είναι πρώιμο σημάδι αλλά θυμίζει «ένα κλίμα όπου όλο και περισσότερο η δύναμη της Αριστεράς εξανεμιζόταν και οι βασικές εντάσεις εμφανίζονταν στο εσωτερικό της Δεξιάς» και το οποίο μας οδηγεί στην επόμενη ανάρτηση.
Ο λόγος ύπαρξης των νομιμοποιητών ενός κομματικοιδεολογικού δαρβινιστικού πλαισίου δράσης πάντως, παραμένει. Ο συγκεκριμένος φορέας αυτής της δράσης αποψιλώνεται' γεγονός ουδόλως αμελητέο παρ' αυτά, το οποίο θα έπρεπε από μόνο του να μεταφέρει την υφή και το επίπεδο του πολιτικού λόγου από τη συνθηματολογία στην επιχειρηματολογία, κάτι το οποίο βέβαια δεν συμβαίνει, το αντίθετο μάλιστα' ήδη λόγω της αμηχανίας ενισχύεται η συνθηματολογία. Η εμπιστοσύνη όμως, είναι άλλης τάξεως ζήτημα και δεν άπτεται των τηλεοπτικών show διαμόρφωσης της «κοινής γνώμης» (η οποία ήδη έχει αποφανθεί προ της απόφασης των δικαστηρίων' και αυτό είναι ένα σύμπτωμα), της αποσύνδεσης του νόμου από το δίκαιο και της «υπαγωγής του νόμου στη πολιτική» (σκοπιμότητα) και της λατρείας της εικονικότητας της «μεταμοντέρνας» εποχής ή κάποιου έμφυτου αριστερού ή δεξιού στοιχείου μιας κυβέρνησης.

Έπεται συνέχεια, είμαστε εν τω γίγνεσθαι.

Το κράτος δεν είναι τόσο αδύναμο, ε;

*
Η εξουσία και η ισχύς μιας κυβέρνησης δεν βασίζονται σε κάποιο έμφυτο στοιχείο της, αλλά στην εμπιστοσύνη του Έθνους προς αυτήν, και στο πάθος με το οποίο οι Πολίτες την εμπιστεύονται. Όταν όλα αυτά χαθούν, η κυβέρνηση καταλήγει να μοιάζει με ένα μικρό παιδί στην εξουσία, που αν και για λίγο καιρό βλάπτει τους Πολίτες, υπογράφει εν τέλει την θανατική της καταδίκη.
Thomas Paine

.~`~.