4 Αυγούστου 2013

Η ανθρωπιστική στροφή προς την ρητορική στην συνύφανσή της με θεμελιώδεις αντιμεταφυσικές θέσεις - μέρος α´ και ορισμένες πολιτισμικές ενθυμήσεις.


.~`~.
Ι
Πολιτισμικές ενθυμήσεις
α´
υποκείμενο-αντικείμενο, Θεός-κόσμος, δυνατότητα-πραγματικότητα, ψυχή-σώμα, νόηση-αισθήσεις, Λόγος-ψυχόρμητα, Δέον-Είναι, κανονιστικό-αιτιώδες, βασιλεία του Θεού ή του Λόγου-Ιστορία.
Όλα τα σημαντικά φιλοσοφικά προβλήματα εμπεριέχονται σ’ αυτά τα εννοιολογικά ζεύγη, και αυτό σημαίνει ότι από μια πλήρη λύση του προβλήματος των σχέσεων ανάμεσα σε πνεύμα και αισθητά πρέπει να προκύψει μια κοσμολογία, μια ηθική, μια γνωσιοθεωρία και επίσης μια φιλοσοφία της Ιστορίας, αν η σκέψη πορεύεται με λογική συνέπεια και πρόθεση συστηματική...
...η συνάρτηση ηθικής και μεταφυσικής ή οντολογίας θα συζητηθεί... πρώτο, ως πιστοποίηση της συνύφανσης οντολογικού και αξιολογικού προβλήματος, δηλ. της διαμόρφωσης της οντολογίας με βάση ηθικές ανάγκες και αιτήματα, και, δεύτερο, ως κατάδειξη της συνακόλουθης δομικής παραλληλότητας οντολογικού και ηθικοφιλοσοφικού επιπέδου στο πλαίσιο της ίδιας φιλοσοφικής θεωρίας ...η ίδια δομική παραλληλότητα επεκτείνεται και στα επίπεδα της γνωσιοθεωρίας ή της φιλοσοφίας της Ιστορίας, αφού και αυτά αποτελούν ειδικές περιπτώσεις της γενικής συνύφανσης του οντολογικού με το αξιολογικό πρόβλημα...


β´
«θα κλείσω τα μάτια, θα βουλώσω τα αυτιά μου, θα αποστρέψω όλες μου τις αισθήσεις... κι έτσι, συνδιαλεγόμενος μόνο με τον εαυτό μου, θα εργαστώ». Βρίσκουμε στον Πλάτωνα την ίδια περιγραφή του πρωταρχικού διαβήματος της καρτεσιανής φιλοσοφίας. Αλλά ούτε ο Πλάτων ούτε κανείς άλλος αρχαίος φιλόσοφος δεν σκέφτηκαν ποτέ να αναγνωρίσουν το υποκείμενο ως κέντρο μια δραστηριότητας αυτόνομης, βλέπε συστατικής του αντικειμένου. Αντίθετα, θα μπορούσαμε να πούμε ότι όλη η ελληνική θεωρία του Λόγου δεν υπήρξε παρά μια επίμονη άμυνα απέναντι στις απόπειρες του σολιψισμού και μια παθιασμένη υπεράσπιση της σκοπιμότητας της σκέψης.
Για την κλασική φιλοσοφία η προτεραιότητα δεν ανήκει στη σκέψη. Το είναι κατέχει τη πρωτοκαθεδρία, η σκέψη ακολουθεί. Όπως λέει ο Αριστοτέλης: «η αρχή του Λόγου δεν είναι ο Λογος, αλλά κάτι που είναι περισσότερο απο το Λόγο». Αλλά κανείς δεν είχε επιμείνει περισσότερο από τον Πλάτωνα στην ουσιαστική κατωτερότητα του ανθρώπου σε σχέση με το είναι που βρίσκεται έξω από αυτόν. Όλα τα στοιχεία και όλες οι αρχές που αποτελούν το είναι και τη σκέψη μας λέει ο Πλάτων στον Φίληβο, είναι παρόντα στον κόσμο σε πολύ μεγαλύτερο ποσοστό και σε κατάσταση τέλειας ομορφιάς και αγνότητας... Το βλέπουμε, ο Πλάτων δεν αποσκοπεί στην απόσπαση του υποκειμένου από τον κόσμο αλλά, αντίθετα, στο να το υποχρεώσει να εμβαθύνει και να τελειοποιήσει την πάντα ασταθή συμμετοχή του στον υπέροχο λόγο ο οποίος πλημμυρίζει το σύμπαν.
Σύμφωνα με την οξυδερκή παρατήρηση του Χέγκελ, «τα γήινα πράγμα δεν είχαν για τους Έλληνες την αφηρημένη μορφή αντικειμένων: δεν παρουσιάζονταν συνολικά ως γήινα πράγματα, περιορισμένα και τελειωμένα...». Εξ ου και η τόσο βαθιά ριζωμένη ιδέα μιας συμπαντικής Ψυχής που δίνει ζωή στο σώμα του κόσμου...
Την ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση πήρε το σύγχρονο πνεύμα.
Είναι αλήθεια ότι ο Τζορτνάνο Μπρούνο είδε τη γη και τα άστρα να ζουν μια δική τους ζωή, προικισμένα με μια ψυχή που αισθάνεται και διανοείται «όσο και η δική μας, περισσότερο από τη δική μας ίσως». Αλλά αυτές οι θεματικές είναι ασυμβίβαστες με τις βαθύτερες βλέψεις του νέου ανθρώπου. Πίσω από κάθε σύγχρονο νατουραλισμό ακούμε πάντα του σαρκασμούς... «Αν η γη έχει ψυχή, τότε δεν πρέπει μου φαίνεται, να της αρέσει όταν σκέβουμε τρύπες και σπηλιές στην πλάτη της!...».
Αυτή ήταν η απάντηση -απάντηση ακτιβιστή και τεχνοκράτη- που δινόταν κάθε φορά που κάποιος ήθελε να αναγνωρίσει μια εσωτερική ζωή, μια πνευματική ζωή στη φύση. Έπρεπε να την περιορίσουν σε μια εξωτερικότητα στερημένη κάθε εσωτερικότητας, μια απλή παράθεση πραγμάτων, και απέναντι σε αυτή τη πραγμοποιημένη φύση έπρεπε να τοποθετηθεί ο άνθρωπος, βασιλεύς της δημιουργίας και μόνο πλέον και αποκλειστικός κάτοχος του πνεύματος.
Αυτός που έδωσε την πλέον ακραία διατύπωση ετούτης της καινούργιας και επαναστατικής πόλωσης ανάμεσα στο αντικείμενο και το υποκείμενο είναι ο εκπληκτικός Σαρλ ντε Μπουελ (Μπόβιλλους): «Ο κόσμος είναι γεμάτος πράγματα, αλλά κενός από λόγο [rationarum]».
Βρισκόμαστε στους αντίποδες του αρχαίου κόσμου:
για τον Μπόβιλλο, το είναι της φύσης είναι ένα είναι εξωτερικό ως προς τον εαυτό του, ανίκανο να εκφράσει τη θεία σκέψη της οποίας είναι η ασυνείδητη εξωτερίκευση' η λογική [ratio] είναι αποκλειστική ιδιοκτησία του ανθρώπου' χωρίς τον άνθρωπο ο κόσμος δεν θα μπορούσε καν να υπάρξει... έτσι μπόρεσε ο Άγιος Αυγουστίνος να αποδώσει στα φυτά την επιθυμία να ιδωθούν από τον άνθρωπο και το γεγονός ότι έχουν ιδωθεί να ισοδυναμεί με το γεγονός της απελευθέρωσης τους από την υλικότητα τους...
Ο κόσμος παρουσιάζει μια σειρά διαβαθμίσεων, με τις οποίες αυτό που υπάρχει ακαθόριστα ως καθαρό ον φτάνει τελικά στην αυτοσυνείδηση... είναι τέσσερις βαθμοί της κοσμικής διαδικασίας, για να χρησιμοποιήσουμε την εγελιανή ορολογία, η «ουσία» γίνεται «υποκείμενο»...


γ´
Οι Προσωκρατικοί συλλαμβάνουν, για πρώτη φορά στην ιστορία του κόσμου, το είναι εν τω γίγνεσθαι της Ολότητας (παντός είναι) ως Λόγο και Αλήθεια της θεϊκής και ακατάλυτης Φύσεως. Για τον Ηράκλειτο ο έρωτας της Σοφίας (το σοφόν) σημαίνει: να συλλαμβάνουμε με φιλικότητα -διαμέσου πολέμου και αρμονίας- το Εν-Όλον (εν πάντα είναι), την Φύσιν, την ενότητα όλων όσων φανερώνονται και όσων αποκρύπτονται, το είναι εν τω γίγνεσθαι της ολότητας του κόσμου, και να εκφράσουμε μέσω της ανθρώπινης γλώσσας το ρυθμό του Λόγου. Ο Πλάτωνας και ο Αριστοτέλης, οι δύο κλασσικοί φιλόσοφοι της Ελλάδας, και όχι μόνο της Ελλάδας, με πρόδρομο τον Σωκράτη, στον αγώνα τους ενάντια στους σοφιστές «διαχωρίζουν» το είναι από τη σκέψη, θεμελιώνουν τη φιλοσοφία ως φιλοσοφία, δηλαδή μεταφυσική, και ανοίγουν έτσι το δρόμο για το δυϊσμό. Η ελληνική σκέψη σκέπτεται -ενατενίζει- τα φαινόμενα της Φύσεως και, μετά τον Πλάτωνα που αποσύνδεσε τις ιδέες από τα πράγματα, προσπαθεί να συλλάβει τη μεταφυσική, και μάλιστα θεολογική, σημασία τους. Κατά τον Αριστοτέλη, κάθε πρώτη φιλοσοφία αποκορυφώνεται πάντως ακόμη στο ερώτημα:
«Τι εστί είναι (της ολότητας του κόσμου);».
Οι σκεπτικιστές φιλόσοφοι στρέφουν το όπλο της σκέψης ενάντια στη σκέψη, οι Στωικοί και οι Επικούρειοι, αφού έχει διαρρηχθεί η πρωταρχική ενότητα αποζητούν να στηριχθούν στην αυτοσυνείδηση. Κατόπιν, η ελληνική σκέψη συναντά την χριστιανική πίστη -της οποίας προηγήθηκε η ιουδαϊκή αποκάλυψη- και ο Πλωτίνος αναζητεί επίσης να αποκαταστήσει την έννοια της (χαμένης) ενότητας. Η Ρώμη, κατακτώντας την Ελλάδα, αναπτύσσεται σ' ένα ουσιαστικά κοινωνικό και πρακτικό πεδίο και μετατρέπει παν είναι σε res. Αλλά η Ρώμη δεν αποφεύγει μ' αυτό τον τρόπο το χαμό της...
Ο αρχαίος κόσμος πεθαίνει και η ιουδαιο-χριστιανική παράδοση αναπτύσσεται, ανοίγοντας έναν άλλο ορίζοντα. Η ολότητα παντός είναι, ο κόσμος, θεωρείται τώρα ως δημιουργημένος εκ του μηδενός, ex nihilo, από το κατ' εξοχήν ον, το Θεό. Ο κόσμος δεν είναι πια γίγνεσθαι της φύσεως, αλλά Δημιουργία που θα γνωρίσει την Αποκάλυψη. Οι άνθρωποι, ζώντας υπό το στίγμα της αμαρτίας, αναμένουν την τελική Λύτρωση, η οποία κατέστη δυνατή χάρη στη θυσία του Θεού που έγινε Άνθρωπος και πέθανε για τους ανθρώπους. Το ανθρώπινο πρόσωπο φέρει τοιουτοτρόπως το θείο μήνυμα και γίνεται εστία του δράματος. Ο άνθρωπος, πλασμένος κατ' εικόνα του Θεού, δημιουργεί έργα, αγωνιζόμενος ακατάπαυστα ενάντια στη φύση και τη σάρκα για το θρίαμβο του Πνεύματος. Οι άνθρωποι κινούμενοι επί της γης, δημιουργώντας και τεκνοποιώντας, οφείλουν να προσβλέπουν μόνο στον ουρανό, ξέροντας πως ο αληθινός κόσμος είναι ένα επέκεινα. Οι Εβραίοι προφήτες, η Παλαιά και η Καινή Διαθήκη, ο άγιος Αυγουστίνος και σύνολος ο μυστικισμός και ο σχολαστικισμός συντηρούν αυτή την παράδοση η ισχύς της οποίας προεκτείνεται ως τη Μεταρρύθμιση...
Το τρίτο στάδιο, συνεχίζοντας εκεί όπου σταματούν τα δύο προηγούμενα, προεκτείνει βέβαια το προγενέστερο, αλλά εμφανίζεται -ως σκέψη- με νέο πρόσωπο. Η ευρωπαϊκή και σύγχρονη σκέψη αποσυνθέτει την -ήδη αμφισβητημένη από τον χριστιανισμό- ενότητα της ολότητας της φύσεως και αμφισβητεί τη τάξη της δημιουργίας. Θέτει το εγώ του ανθρώπινου υποκειμένου ως res cogitans και το αντιτάσσει στον (αντικειμενικό) κόσμο της res extensa. Η αναπαράσταση και η ratio, η συνείδηση και η επιστήμη θεμελιώνουν τη δυνατότητα σύλληψης του άπειρου κόσμου και επιστρατεύονται στην πορεία κατά την οποία θα ξεδιπλωθεί η βούληση υπερίσχυσης της συνείδησης, της επιστήμης και της τεχνικής. Ο άνθρωπος και οι άνθρωποι ρίχνονται στη κατάκτηση παντός είναι, προσδοκώντας αντικειμενικές πραγματώσεις. Η αυτοσυνείδηση του ανθρώπου και η βούληση του δεν συναντούν πλέον όρια, η ιστορία γίνεται το αληθινό πεδίο του αγώνα ενάντια στη φύση, η Τεχνική θέλει να μεταμορφώσει τα πάντα... Αυτή η πορεία μάλιστα δεν φαίνεται να σταματά μπροστά στην κρίση, κρίση που αποκαλύπτει τον κίνδυνο του μηδενός, του μηδενισμού. Διότι το πρώτο και έσχατο θεμέλιο όλου αυτού του εγχειρήματος δεν εκδηλώνεται καθόλου και η απάντηση στο ερώτημα που ζητεί το δια-τι πάντων όσα είναι και γίνονται, παραμένει απούσα.
Οι θεμελιωτές της Αναγέννησης και ο Ντεκάρτ, οι Γάλλοι εγκυκλοπαιδιστές, οι φιλόσοφοι του διαφωτισμού και οι στοχαστές του «γερμανικού ιδεαλισμού» (από τον Λάιμπνιτς ως τον Καντ και τον Χέγκελ) είναι οι ήρωες της κατακτητικής πορείας του ego cogito, του υπερβατολογικού Εγώ, του απόλυτου Υποκειμένου-απόλυτου Πνεύματος.
Εν τούτοις, στη διάρκεια της ίδιας πορείας, ακούγονται, αλλά δεν κατανοούνται διόλου, και άλλες φωνές - οι φωνές της τραγωδίας.


δ´
«Ας έλθει το βασίλειο σου και ας καταστραφεί ο κόσμος!».
Αυτή η προσευχή των πρώτων χριστιανών ανύψωνε τα περσικά και εβραϊκά οράματα της αποκαλύψεως που προηγήθηκαν του χριστιανισμού σε μια ακραία τραγική βία' προϋπέθετε πως είχε ήδη ολοκληρωθεί η αναμονή που επρόκειτο να μετασχηματίσει ριζικά τον ορίζοντα του κόσμου.
Ο χριστιανισμός κληρονόμησε από την Παλαιά Διαθήκη την ιδέα ενός μοναδικού Θεού, δημιουργού του σύμπαντος, και η ιδέα της δημιουργίας ex nihilo, εκ του μηδενός, που είναι η ίδια βιβλικής προέλευσης, έγινε τεχνικός όρος που χρησιμοποιήθηκε από όλους του χριστιανούς συγγραφείς για να περιγραφεί το έσχατο θεμέλιο του σύμπαντος. Έτσι ότι άρχισε έπρεπε και να τελειώσει όταν το δράμα ολοκληρωθεί... Ο κόσμος γίνεται ένα απλό επεισόδιο σε μια ιστορία που δεν πηγάζει απ' αυτόν... Παράλληλα με αυτή την εσχατολογική υποτίμηση του κόσμου, μια άλλη αντίληψη εμφανίζεται... Το πνεύμα και ο κόσμος που μέχρι τότε συμβάδιζαν χωρίζονται. Το υποκείμενο διαχωρίζεται από τον κόσμο, στον οποίο δεν βλέπει ένα είναι, αλλά μονάχα μια πρόσκαιρη κατάσταση, ένα «σχήμα»...
«Και ο κόσμος παράγεται και η επιθυμία αυτού»: η μόνη ουσία είναι η επιθυμία... Ο κόσμος είναι ένα φαινόμενον που δεν παίρνει σώμα και υπόσταση παρά μόνο με την κατάσταση δουλείας που χαρακτηρίζει τον άνθρωπο της «ψυχής» ο οποίος έχει περιοριστεί στη ζωή των επιθυμιών. Ο όρος κόσμος παίρνει μια καθαρά ανθρωπολογική έννοια...
Βρισκόμαστε στους αντίποδες της της αρχαίας λατρείας του κόσμου. Τη μέρα που ο Παύλος αντιπαρέθεσε την απελευθέρωση μέσω του Ιησού με την αλλοτινή δουλεία στα στοιχεία, «τα στοιχεία του κόσμου», η ανατροπή όλων των αρχαίων αξιών είχε επιτέλους βρει τη διατύπωση της. Αυτά τα «στοιχεία», που, από τους Ίωνες μέχρι τον Πλώτίνο, ο ελληνισμός θεωρούσε αδιάφθορα, εγγυητές της αιωνιότητας του κόσμου, θεωρούνται τώρα δαιμονικές δυνάμεις οι οποίες υποδουλώνουν τον άνθρωπο και τον αποξενώνουν από την αληθινή του πατρίδα... Έτσι, τα «στοιχεία», από θεμέλια του τέλειου και αιώνιου κόσμου που ήταν για τους Έλληνες, μεταμορφώθηκαν σε κακοποιούς και τυράννους ενός αβυσσαλέου κόσμου, για να δουν τελικά τη δύναμη τους να εκπνέει στο κατώφλι του απελευθερωτικού φωτός.
Έτσι ο κόσμος απογυμνώθηκε από το ιερό και ο άνθρωπος πείστηκε ότι μόνο η ψυχή του είναι θεία και πνευματική. Και αυτός ακριβώς ο γνωστικός και χριστιανικός ανθρωποκεντρισμός χώρισε με τον πιο αποφασιστικό τρόπο τους τελευταίους αντιπροσώπους του ελληνισμού από τη νέα σκέψη.
Ορίστε, έλεγε ο Πλωτίνος, στο μεγάλο δοκίμιο του για τους γνωστικούς, «ορίστε άνθρωποι που δεν διστάζουν να αποκαλούν αδελφούς τους πλέον φαύλους ανθρώπους' αλλά δεν καταδέχονται να δώσουν το ίδιο όνομα στον ήλιο, στα άστρα του ουρανού, ούτε καν στη ψυχή του κόσμου, τόσο πολύ πλανάται η γλώσσα τους». «Σύμφωνα μ' αυτούς οι άνθρωποι, ακόμη και οι πιο κακοί, έχουν μια ψυχή θεία και αθάνατη και ολόκληρος ο ουρανός με τ' άστρα του δεν διαθέτει αθάνατη ψυχή! Ο ουρανός είναι όμως παρ' όλα αυτά φτιαγμένος από πράγματα πολύ πιο όμορφα και αγνά από εμάς». Σε αυτή την εξύψωση του ανθρώπου, ο Πλωτίνος αντιπαραθέτει με επιμονή την παλιά ελληνική μετριοφροσύνη: «Αν ο άνθρωπος είναι πολυτιμότερος από τα άλλα ζώα, τα ουράνια σώματα αξίζουν ακόμη περισσότερο, αφού βρίσκονται στο σύμπαν, όχι για είναι τύραννοι του, αλλά για να του προσφέρουν τάξη και ομορφιά»: το αληθινό μεγαλείο του ανθρώπου συνίσταται στο ότι «στρέφεται προς το παν» και καθόλου στο ότι στρέφει τα πάντα προς τον εαυτό του.
Ήδη ο ύστερος ιουδαϊσμός είχε τοποθετήσει τον άνθρωπο στο κέντρο του σύμπαντος: ο κόσμος φτιάχτηκε για τον άνθρωπο και όχι ο άνθρωπος για τον κόσμο... Το ελληνικό σύμπαν έμοιαζε να καταρρέει αιφνιδιαστικά. Είναι αλήθεια ότι οι Έλληνες Πατέρες, θρεμμένοι από τον πλατωνισμό, έβλεπαν στο μεγαλείο της δημιουργίας μια θεοφάνεια, μια μερική και περιορισμένη έκφραση της θείας τελειότητας, αλλά δεν μπορεί πλέον να γίνει λόγος για μια φιλοσοφία ή μια επιστήμη της φύσης που θα εξέφραζε τον Λόγο του κόσμου... Μπορούμε έτσι να καταλάβουμε γιατί η αντίληψη μιας φύσης που διαθέτει μια δομή αφ' εαυτής και μια λογική για τον εαυτό της δεν μπόρεσε να επανεμφανιστεί παρά χάρη στην ανακάλυψη της αριστοτέλειας φυσικής τον 13ο αιώνα. Αλλά ότι έχασε η φύση σε αυτονομία το κέρδισε σε βάθος η ιστορία.


ε´
Όταν στην Αναγέννηση και στον Διαφωτισμό δίπλα στους Μέσους Χρόνους προστέθηκε μια εξιδανικευμένη αρχαιότητα, με σκοπό και πάλι πολεμικό, (δηλ. για να δειχτεί πως οι Μέσοι Χρόνοι ήσαν πραγματικά παρακμή κι όχι τυχόν μόνιμη ανθρώπινη μοίρα), τότε προέκυψε ένα τριαδικό φιλοσοφικό-ιστορικό σχήμα, που σε διαφορότροπες μορφές (Lessing, Herder, Condrorcet και προπαντός Hegel και Marx) οικειοποιήθηκε τη θεολογική αντίληψη για την ιστορική εξέλιξη (Ορόσιος, Αυγουστίνος, Ιωακείμ Φλώριος, Όθων φον Φράιζιγκ) και παρουσίασε έννοιες αρχικά ιουδαικές-χριστιανικές σε συστηματική θύραθεν [εκκοσμικευμένη] μορφή. Οι λεπτομέρειες της διαδικασίας αυτής έχουν ήδη επισημανθεί από την επιστημονική έρευνα και δεν χρειάζεται να μας απασχολήσουν εδώ περισσότερο [k. Loewith, Weltgeschichte und Heilsgeschehen - r. Bultmann, Geschichte und Eschatologie - e. Topitsch Sozialphilisophie Zwischen Ideologie und Wissenschaft]. παρατηρώ μόνο πως με την αποδοχή ενός από καταγωγή και ουσία ιουδαιο-χριστιανικού φιλοσοφικοιστορικού εσχατολογικού σχήματος ακριβώς στην προσπάθεια τους να νομιμοποιηθούν απέναντι στον παραδοσιακό χριστιανισμό και στον «Μεσαίωνα», οι αυτάρεσκα αυτοκαλούμενοι Νέοι Χρόνοι έδωσαν μια πρώτη σημαντική επιβεβαίωση της θέσης μας, ότι μπορεί να υπάρχει κοινότητα εννοιολογικής δομής παρ’ όλη τη ριζική διαφορά περιεχομένου. Το φιλοσοφικοιστορικό σχήμα μένει δομικά το ίδιο, μόνο που τώρα δεν χρησιμεύει για να δείξει την ευτυχή λύση των οδυνηρών ιστορικών αντιθέσεων με τη Δευτέρα Παρουσία του Θεού παρά με τη βασιλεία του Ανθρωπίνου Λόγου...
Οι Νέοι Χρόνοι, δηλ. οι εκπρόσωποι των κυρίαρχων πνευματικών τους τάσεων, βρέθηκαν στην ανάγκη να επιστρατεύσουν -ασυνείδητα, αλλά τελεσφόρα- εννοιολογικές δομές θρησκευτικής προέλευσης ακριβώς στο διπλό αγώνα τους να παραμερίσουν τη θεολογική θεώρηση ως προς το περιεχόμενο της χωρίς όμως από την άλλη μεριά να πέσουν στον μηδενισμό, δηλ. στην άρνηση κάθε ηθικής δεοντολογίας... Όποιος είναι εξοικειωμένος με κείμενα της εποχής εκείνης ξέρει, πως οι κλασσικοί εκπρόσωποι του νεώτερου ορθολογισμού κάνουν αγώνα διμέτωπο: εναντίον του θεολογικού αντιπάλου και -με όχι λιγότερη σφοδρότητα- εναντίον όσων δείχνονται διατεθειμένοι ν’ αντλήσουν από τον παραμερισμό του Θεού (της θεολογίας) και τη συνεπούμενη πρωτοκαθεδρία του Ανθρώπου (της ανθρωπολογίας) συμπεράσματα σκεπτικιστικά ή μηδενιστικά. Ο Machiavelli, ο Hobbes κι ο La Mettrie πολεμήθηκαν κατά πρώτο λόγο από υπέρμαχους του νέου ορθολογισμού, που έβλεπαν τη νέα κοσμοθεωρία τους εκτεθειμένη ανεπανόρθωτα, ενώ οι θεολόγοι κι οι κάθε λογής πνευματικοί συνοδοιπόροι τους θεωρούσαν χαιρέκακα τέτοιες ακραίες περιπτώσεις ως χειροπιαστή επαλήθευση των προβλέψεων τους και ως αποκάλυψη της ηθικής πεμπτουσίας των νέων ρευμάτων (με τα ίδια κριτήρια πρέπει να κατανοήσουμε τη δηλητηριώδη πολεμική των Marx-Engels εναντίον του Max Stirner)...
Η θεοκτονία συντελέστηκε σε διάστημα αιώνων και μια έστω στοιχειώδης περιγραφή των φάσεων της θα μας οδηγούσε πολύ μακριά. Ήδη η μεγάλη διαμάχη στους κόλπους της σχολαστικής θεολογίας του 12ου και 13ου αι., για το αν η Βούληση ή ο Λόγος είναι το κύριο στοιχείο της θείας υπόστασης, τελειώνει με τη δέσμευση του Θεού από τα παραγγέλματα του Λόγου όπως αυτή εκφράστηκε στο σύστημα του Θωμά του Ακυινάτη. Ο Θεός δεν επιτρέπεται να θέλει κάτι αντίθετο από τον Λόγο, κι αυτό σημαίνει όχι μόνο εγκώμιο της νοημοσύνης του Θεού παρά και πρακτική περικοπή της παντοδυναμίας του. Μολονότι η θέση αυτή αργότερα αμφισβητείται και πάλι (και μάλιστα ακριβώς στην «προοδευτική» πολεμική εναντίον των σχολαστικών - επιφανέστερα παραδείγματα γι’ αυτό είναι ο Descartes και ο Newton), ωστόσο βαθμιαία επιβάλλεται, τόσο γιατί ενισχύεται θεωρητικά από την ιδιοσυστασία του μηχανιστικού φυσικοεπιστημονικού μοντέλου, που χρειάζεται μονάχα ένα «πρώτον κινούν», όχι όμως παρεμβάσεις στη λειτουργία του, όσο και γιατί ανταποκρίνεται στις αντιλήψεις του αστικού φιλελευθερισμού σχετικά με τον ρόλο του μονάρχη. Όπως ο Θεός οφείλει να δημιουργεί τον κόσμο και να τον αφήνει στη νομοτελειακή του πορεία χωρίς να αναμιγνύεται περαιτέρω, έτσι κι ο μονάρχης οφείλει να είναι συνταγματικός, δηλ. να εγγυάται τη νομοθετημένη κρατική τάξη δίχως να τη διαταράσσει με αυθαίρετες παρεμβάσεις:
αυτή είναι η θεμελιακή αρχή της φιλελεύθερης «πολιτικής θεολογίας», που αποτελεί ένα από τα κλασσικά παραδείγματα της δομικής παραλληλότητας πολιτικών και μεταφυσικών ιδεών.
Ο αστικός φιλελευθερισμός περιορίζεται λοιπόν να θέσει τον Θεό, όπως και τον μονάρχη, σε τιμητική αποστρατεία. Οι συστηματικοί θεοκτόνοι προέρχονται όχι από τις τάξεις του, παρά από τις τάξεις του επαναστατικού σοσιαλιστικού κινήματος, το οποίο, κοντά στα άλλα, ολοκληρώνει με τρόπο προγραμματικό την εξέγερση εναντίον της παλιάς μεταφυσικής...
Πράγματι, ο δρόμος προς τη μεγαλύτερη και τελευταία επανάσταση ανοίγει μονάχα όταν είναι σίγουρο πως ο άνθρωπος μπορεί να πάρει στα δικά του χέρια τα ιστορικά του πεπρωμένα. Κι η σιγουριά, πάλι, προκύπτει από την εξόντωση του ισχυρότερου και παλαιότερου από όλους τους κυρίαρχους, του Θεού. Όπως στο μεταφυσικό επίπεδο ο ανταγωνισμός Εντεύθεν και Εκείθεν τερματίζεται με την κατάργηση του Εκείθεν, έτσι και στο κοινωνικοιστορικό πεδίο ο ανταγωνισμός κυρίαρχων και κυριαρχούμενων τερματίζεται με την εξόντωση των πρώτων.
Η δυαρχική δομή καταργείται τόσο στην κοσμολογία όσο και στην ιστορία και στη θέση της μπαίνει μια δομή μονιστική (ο μονισμός αυτός είναι κληροδότημα του εγελειανισμού). Κι ακόμα, η μονιστική δομή επικρατεί και στο ανθρωπολογικό επίπεδο, αφού ο ολόπλευρα απελευθερωμένος άνθρωπος δεν ταλανίζεται πια από τον παλιό διχασμό ανάμεσα σε πνεύμα και σάρκα, ιδιώτη και πολίτη, παραγωγό και καταναλωτή κτλ. Βλέπουμε εδώ με πόση συνέπεια μια και μόνη αντίληψη αγκαλιάζει όλα τα επίπεδα του Είναι, πλάθωντας τα σύμφωνα με το ίδιο καλούπι. Όμως η συνέπεια δεν είναι πρωτογενής παρά παραγωγή, γιατί οι ίδιες δομικές αντιστοιχίες χαρακτηρίζουν -με άλλο περιεχόμενο και άλλα πρόσημα, όπως είπαμε- την παλιά δυαρχική μεταφυσική.
Ο αθείστικός ανθρωπισμός διαμορφώνεται πολεμώντας την και αντιστρέφοντάς την, δηλ. σε συνεχή αρνητική επαφή μαζί της. Αρνητική επαφή σημαίνει ωστόσο αρνητικό καθορισμό. Κι αυτός συνίσταται όχι μόνο στη ριζοσπαστική αντιστροφή της αντίπαλης κοσμοθεωρίας, παρά και στην ανάγκη να παρθούν νέες μεταφυσικές (αντι)αποφάσεις... Ο θεός εκθρονίζεται και ενθρονίζεται ο Άνθρωπος, η Ιστορία γίνεται Σύμπαν κι ο Άνθρωπος Δημιουργός. Αυτή είναι η δραστικότερη απάντηση των Νέων Χρόνων στο ερώτημα που όπως είπαμε, τους παίδεψε από την αρχή του 19ου αι.: πως είναι δυνατό να παραμεριστεί ο Θεός χωρίς να προκύψει απ’ αυτό ο μηδενισμός. Η λύση του αθεϊστικού ανθρωπισμού παρέχει θεωρητικά και τα δύο. Είδαμε όμως ότι είναι σε θέση να το κάνει μόνο αφού αντιστρέψει την παλιά μεταφυσική σε όλα της τα επίπεδα και, αρνητικά καθοριζόμενη από την τελευταία, υποτυπώσει και προϋποθέσει μια καινούργια, μονιστική μεταφυσική, εφ’ όσον τούτη εδώ μπορεί να παραμερίσει το Εκείθεν με τη παλιά έννοια, δηλ. Τον Θεό, χειραφετώντας και απολυτοποιώντας αντίστοιχα το Εντεύθεν, δηλ. τον Άνθρωπο.
Σ’ αυτό το Εντεύθεν συγκεντρώνει τώρα αποκλειστικά την προσοχή του ο αθεϊστικός ανθρωπισμός. Η ανθρωπολογία αποτελεί έτσι το κατ’ εξοχήν θεωρητικό πεδίο του, δηλ. το πεδίο όπου μπορεί να ανιχνευθεί καλύτερα από οπουδήποτε αλλού, αν και σε ποιό βαθμό αθεϊστικός ανθρωπισμός, προκύπτοντας ο ίδιος από μεταφυσικές αποφάσεις και στεγασμένος κάτω από μια μονιστική-αθεϊστική μεταφυσική, έχει παραλάβει και διατηρήσει, σε λανθάνουσα ή πρόδηλη μορφή, τις εννοιολογικές δομές του αντιπάλου του. Αναφέραμε ήδη ότι δομικά γνωρίσματα της παλιάς θρησκευτικής μεταφυσικής μπορούν να συνοψιστούν ως εξής: το Είναι χωρίζεται σ’ αόρατο Εκείθεν και ορατό Εντεύθεν, το δεύτερο υποτάσσεται στο πρώτο και οι πράξεις των εκάστοτε εκπροσώπων της κοσμοθεωρίας δικαιώνονται αναφερόμενες στο πρώτο. Έτσι εξασφαλίζεται η κύρωση του νοήματος της ζωής, της αξιολογικής κλίμακας και συνάμα των κυριαρχικών αξιώσεων, οι οποίες, όπως επίσης παρατηρήσαμε παραπάνω, συνυφαίνονται αναγκαστικά τόσο με την υπεράσπιση του νοήματος της ζωής όσο και της ηθικής που πάει να δώσει στο νόημα αυτό συγκεκριμένο περιεχόμενο, καθαγιάζοντας παράλληλα ορισμένες κοινωνικές σχέσεις.

Παναγιώτης Κονδύλης

στ´
Ο Έλληνας αντιλαμβανόταν τον εαυτό του όχι σαν τον κύριο, αλλά σαν το θεωρό της οικουμένης απ' όπου εμπνεόταν την ομιλία, την ποίηση και την πράξη του και σαν τέτοιος πέθανε. Ο λαός που έφερε αυτήν την παράδοση και που αυτή η παράδοση τον έφερε, κατακτήθηκε. Μολοντούτο, η ελληνική παράδοση ζωογονεί τη Ρώμη και την Αυτοκρατορία της. Η Ρώμη δεν διαθέτει ειδικό θεμέλιο, δεν πειραματίζεται με την υπέρβαση.
Η πληρότητα και οι επιτεύξεις της είναι πραγματιστικές και το κενό της είναι εξίσου πραγματικό. Οι ρωμαϊκοί οφθαλμοί και οι ρωμαϊκές πρακτικές θεωρούν το είναι υπό την οπτική γωνία του res και τον άνθρωπο υπό την οπτική γωνία ενός πολίτη μιας res publica -ενός ισχυρού ρεπουμπλικανικού και καισαρικού Κράτους, κατακτητικού και οργανωτικού, ρασιοναλιστικού και αποικιοκρατικού. Στο εσωτερικό αυτού του κράτους των πραγμάτων και αυτού του Κράτους, μόνον η στωική φιλοσοφία παρείχε στις δυστυχισμένες συνειδήσεις ένα ταπεινό σύστημα στηρίξεως.
Οι ρωμαϊκοί ratio και mundus κατήγαγαν μια δεύτερη νίκη επί του ελληνικού κόσμου και λόγου όταν εκλατίνισαν τις κυρίαρχες λέξεις του είναι και της σκέψης αποκόβοντας μας έτσι από τη ρίζα μας, για να τις διαδώσουν στον κόσμο. Η ρωμαϊκή συνισταμένη της ελληνο-ρωμαϊκής παράδοσης υπερίσχυσε μέσα σε μια παράδοση της οποίας οι μεταγλωττίσεις είναι προδοσίες της ελληνικής γλώσσας και κραταιές κατακτητικές και δονητικές καινοτομίες.
Γιατί οι γιοί της λύκαινας οδηγήθηκαν στο χαμό τους από τις ίδιες τους τις νίκες.


Για τους Έλληνες το κάλλος και ο ορθολογισμός του σύμπαντος ήταν οι πιο υψηλές εκδηλώσεις του σωτήριου Αγαθού.


.~`~.
ΙΙ
Η ανθρωπιστική στροφή προς την ρητορική στην συνύφανσή της με αντιμεταφυσικές θέσεις

Η νεότερη κριτική στην μεταφυσική διαμορφώθηκε μέσα από την αμφισβήτηση -και μάλιστα την σκόπιμη πολεμική αντιστροφή- ορισμένων βασικών πεποιθήσεων, στις οποίες στηριζόταν expressis verbis τόσο το πλατωνικό κι αριστοτελικό όσο και το χριστιανικό μεταφυσικό οικοδόμημα. Σημαντικότερη ανάμεσα τους ήταν η θέση, ότι η δυνατότητα κι η βεβαιότητα της γνώσης οφείλεται στην πάγια και αναλλοίωτη υφή καθώς και στην εσώτερη έλλογη δόμηση του γνωστικού αντικειμένου. Η επίμονη και πειθαρχημένη προσπάθεια του υποκειμένου αποτελεί φυσικά αυτονόητη προϋπόθεση της γνώσης (ιδιαίτερα της ανώτερης), ωστόσο η γνώση είναι καταδικασμένη να παραμείνει ατελής, αν το αντικείμενο της χαρακτηρίζεται από μεταβλητότητα κι αστάθεια, οι οποίες δεν της επιτρέπουν να κατασταλάξει σε τελεσίδικες κι έσχατες αρχές, να γίνει δηλ. γνώση μεταφυσική.
Ακριβώς από τούτη τη πρωταρχική σπουδαιότητα της βεβαιότητας του γνωστικού αντικειμένου (certitudo objecti cognitionis) προέκυπτε η κεντρική αντίληψη της παραδοσιακής μεταφυσικής, ότι μονάχα η αιώνια κι αμετάβλητη σφαίρα του υπερβατικού πνεύματος επιδέχεται καθαρά νοητική σύλληψη κι όχι ο κυμαινόμενος κι αστάθμητος εμπειρικός κόσμος. Από τη θεμελιώδη τούτη τοποθέτηση, δηλ. από την θεώρηση της γνώσης με κριτήριο την υφή του όντος κι όχι αντίστροφα, πηγάζουν δυο εξίσου σημαντικές και χαρακτηριστικές θέσεις της παραδοσιακής μεταφυσικής.
Πρώτο, ότι το ύψιστο γνωστικό αντικείμενο, όντας αμετακίνητο και αναλλοίωτο, δεν υπόκειται σε κανένα επηρεασμό από μέρους του γνωρίζοντος υποκειμένου, δηλ. ούτε μορφοποιείται ούτε και κατασκευάζεται ex nihilo απ' αυτό' η γνώση, ακόμη και η τέλεια, είναι κατά βάση απεικονιστική και παθητική. Επομένως -κι αυτή είναι η δεύτερη θέση- η θεωρητική ζωή, όταν στρέφεται αδιάλειπτα γύρω από την αναζήτηση του όντως όντος, κατακτώντας σταδιακά την γνώση του, είναι eo ipso ανώτερη από την την πρακτική, η οποία, όσο τελειοποιήσιμη κι αν είναι, δεν μπορεί παρά να παραμείνει εγκλωβισμένη στον κόσμο της γένεσης και της φθοράς: είναι γνωστό, ποιες (διαφορετικές) μορφές πήρε τούτου το πρωτείο της viva speculativa ή contemplativa [του θεωρητικού βίου] απέναντι στην viva activa [τον πρακτικό βίο] τόσο στην πλατωνική-αριστοτελική όσο και στην χριστιανική κοσμοθεώρηση.
Όπως ήταν φυσικό, οι τρεις αυτές θέσεις συγκέντρωσαν από νωρίς τα κύρια πυρά των κριτικών της μεταφυσικής. Πρώτα-πρώτα, στο αξίωμα, ότι η βεβαιότητα της γνώσης εξαρτάται από την εδραιότητα του αντικειμένου της, αντιτάχθηκε, ότι ο καθοριστικός παράγοντας για την αξιοπιστία της ανθρώπινης γνώσης είναι η ορθότητα της γνωστικής μεθόδου' έτσι η certitudo modi cognitionis [βεβαιότητα ως προς τον τρόπο της γνώσης] υπερφαλάγγισε σε σημασία την certitudo obiecti cognitionis, και τούτο, όπως είναι φανερό, προκάλεσε την άμεση οντολογική υποτίμηση της αναλλοίωτης σφαίρας του υπερβατικού μετατοπίζοντας το κέντρο βάρους της προσοχής προς τον μεταβλητό κόσμο της εμπειρίας και παράλληλα προς το γνωστικό υποκείμενο. Πράγματι, η αντίληψη, ότι ο εμπειρικός κόσμος μπορεί να γίνει αντικείμενο έλλογης γνώσης (αρκεί να εφαρμοστεί η ορθή γνωστική μέθοδος), αποτελεί την απαρχή της κατάρρευσης της παραδοσιακής μεταφυσικής. Εφόσον η γνώση του εμπειρικού κόσμου γίνεται με βάση μια μέθοδο κι εφόσον η μέθοδος δεν είναι παρά γνωστικός τρόπος ενός υποκειμένου, η κατάλυση της μεταφυσικής εμφανίζεται ως αντικατάσταση του πρωτείου της οντολογίας από το πρωτείο της γνωσιοθεωρίας.
όμως η δραστηριότητα του ανθρώπινου υποκειμένου ανατιμάται τώρα και μ' ένα δεύτερο τρόπο, τονίζεται δηλ. πως ο άνθρωπος σε τελευταία ανάλυση μπορεί να γνωρίσει ολότελα μονάχα ό,τι κατασκευάζει ο ίδιος' η ανεπηρέαστη απ' αυτόν υπερβατική σφαίρα δεν είναι δυνατό να γνωσθεί, ακόμα κι αν δεχτούμε την ύπαρξη της. Η καινούργια αρχή, ότι η αληθινή γνώση βρίσκεται μέσα στα προιόντα της ανθρώπινης τέχνης και μάλιστα ταυτίζεται μ' αυτά (verbum factum convertuntur) [το αληθινό και το πεποιημένο είναι μεταξύ τους ισοδύναμα] μη έχοντας -αναγκαστικά- υπερβατική διάσταση, προοιμιάζει μια καθολική ανατροπή της παλιάς σχέσης ανάμεσα σε θεωρητική και πρακτική ζωή' το πρωτείο της viva activa εκτοπίζει την παραδοσιακή υπεροχή της viva speculativa, ενώ συνάμα η έννοια της viva activa διευρύνεται, έτσι ώστε να σημαίνει τον κοινωνικό χαρακτήρα της ανθρώπινης ύπαρξης...
Όπως υπαινιχθήκαμε συγκρίνοντας τη νομιναλιστική με την ανθρωπιστική αντιμετώπιση της γλώσσας, για τους ανθρωπιστές ρητορική δεν σημαίνει ούτε απλή ορολογία ούτε σοφιστική επιχειρηματολογική τέχνη, παρά επιστήμη της πολύμορφης κοινωνικής επικοινωνίας των ανθρώπων διαμέσου της γλώσσας. Ξαναγυρίζοντας στις σχετικές θέσεις του Κικέρωνα, οι ανθρωπιστές ανατρέπουν την πλατωνική κι αριστοτελική προτεραιότητα της φιλοσοφίας απέναντι στη ρητορική, δηλ. την προτεραιότητα του φιλοσοφικού ιδεώδους της μιας και μόνης αλήθειας, η οποία κατακτάται λογικά, απέναντι στο ρητορικό ιδεώδες της πειθούς, η οποία μπορεί να επιτευχθεί με τρόπο πιθανοφανή μονάχα ή και σοφιστικό. Στη παραδοσιακή αντίληψη για τις σχέσεις φιλοσοφίας και ρητορικής, όπως επικρατεί αυτονόητα στον Μεσαίωνα, λανθάνει, έτσι, η βασική μεταφυσική αντίθεση ανάμεσα στον εδραίο κόσμο του όντως όντος και στην αστάθεια κι απατηλότητα του φαινομενικού κόσμου, η οποία δίνει αδιάκοπα τροφή σε σοφιστικές αντιστροφές ή επικαλύψεις της αληθινής τάξης των πραγμάτων... Το ότι η νέα προτεραιότητα της ρητορικής απέναντι στη φιλοσοφία ευνόησε γενικά μια στάση αντιμεταφυσική, και μάλιστα με θύραθεν έννοια, καταφαίνεται αρνητικά, αλλά εναργέστατα στην έντονη πολεμική εκπροσώπων του όψιμου, μεταφυσικά προσανατολισμένου ανθρωπισμού εναντίον της. Προπαντός ο φλωρεντινός πλατωνισμός του δεύτερου μισού του 15ου αιώνα (ο οποίος διαμορφώνεται σ' ένα κλίμα ερμητισμού, μυστικισμού και μεταφυσικού οραματισμού, όταν το πολιτικό και πατριωτικό φρόνημα της γενιάς Salutati και Bruni έχει πια μαραθεί κάτω από την μονοκρατορία των Μεδίκων) θέλει ν' αποκαταστήσει την παλιά υπεροχή της της φιλοσοφίας ως ευρέτριας και κατόχου της μιας και αιώνιας αλήθειας. Πέρα από την στροφή προς τον εμπειρικό κόσμο, την οποία, όπως μόλις είδαμε, συνεπαγόταν, η ρητορική υπονόμευε την μεταφυσική θεώρηση με δύο τρόπους ακόμη.
Πρώτα-πρώτα ενίσχυε τον σχετικισμό και τον σκεπτικισμό, με την έννοια ότι η δυνατότητα του ρήτορα να υποστηρίξει, συχνότατα εξίσου καλά, δύο αντίθετες απόψεις έκανε ανάγλυφη την εξάρτηση της εκάστοτε «αλήθειας» από ορισμένη σκοπιά, συγκεκριμένα ενδιαφέροντα και διάφορους τύπους επιχειρηματολογίας: ο Κικέρωνας, το είδωλο των υποστηρικτών της ρητορικής, είχε δείξει πριν από αιώνες κιόλας πόσο στενές ήσαν οι σχέσεις της τελευταίας με τον σκεπτικισμό. Ακόμη αμεσότερα, η ρητορική αντιστρατευόταν την μεταφυσική, γιατί συμβάδιζε με την αποδοχή του πρωτείου της πρακτικής ζωής απέναντι στη θεωρητική. Αυτό φαινόταν ήδη από τον τρόπο, με τον οποίο αντιμετωπιζόταν η γλώσσα, όχι δηλ. σαν όργανο ακριβούς έκφρασης σκέψεων στην αφηρημένη τους υπόσταση, παρά σαν τελεσφόρο μέσο άσκησης κοινωνικής επιρροής. Πίσω από την αντίθεση ως προς την υφή και την χρήση της γλώσσας κρύβεται, όμως η διάσταση ανάμεσα στον ανθρώπινο τύπο του θεωρητικού αναχωρητή και στον τύπο του πρακτικού ανθρώπου ως ενεργού πολίτη. Η στροφή προς την ρητορική επιτελείται μέσα στις συνθήκες της άνδρωσης των ιταλικών αστικών κοινοτήτων, η οποία ιδεολογικά εκφράζεται στην έξαρση του ιδεώδους της viva civile [του πολιτικού βίου], όπως την διαμορφώνουν με την συλλογική τους δραστηριότητα πολίτες αφιερωμένοι όχι πια στη σωτηρία της ψυχής τους, παρά στο κοινό καλό σ' όλη του την εγκόσμια πραγματικότητα.

Παναγιώτης Κονδύλης
Η κριτική της μεταφυσικής στη νεότερη σκέψη
Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης

.~`~.
Για περαιτέρω ιχνηλάτηση και πληρέστερη προοπτική