18 Ιουλίου 2013

Από την κρίση των κομμάτων, στον δρόμο προς την υποτέλεια και τις επακόλουθες ψευδαισθήσεις. Tο τέλος του μακρού 20ού αιώνα της Ελλάδας - μέρος α´.


.~`~.
Ι
Η κρίση των κομμάτων
α´
...μια θεμελιώδη διάσταση απόψεων για το σύνταγμα και το σύστημα διακυβέρνησης είχε χωρίσει τα κόμματα και είχε οξύνει τις διχογνωμίες για επιμέρους πολιτικά ζητήματα, τώρα πια τα κόμματα δεν κατόρθωναν να συνοψίζουν τις αποκλίνουσες πολιτικές επιδιώξεις και να οδηγούν τα ετερόκλητα συμφέροντα σε μια ορισμένη κατεύθυνση. Εντυπωσιακά προγράμματα και εντυπωσιακές νομοθετικές πρωτοβουλίες αποκλείονταν, γιατί το δημόσιο ταμείο ήταν άδειο και η Ελλάδα είχε τεθεί υπό τον διεθνή οικονομικό έλεγχο... Η αναταραχή στον πληθυσμό μεγάλωνε, ακριβώς επειδή οι δυνατότητες για βραχυπρόθεσμες ενέργειες ήταν λίγες και τα κόμματα δεν μπορούσαν να καταφέρουν ούτε αυτό το λίγο. Το Ανατολικό ζήτημα παρέμενε στην ημερήσια διάταξη της διεθνούς πολιτικής...
...καταγράφεται στον Τύπο -όπως και σε πολλές άλλες εκδηλώσει δυσαρέσκειας- η γενική αμφιβολία για την αποδοτικότητα όλων των κομμάτων, ακόμη και του κράτους εν γένει... Περίπλοκα γραφειοκρατικά
εμπόδια, ξεπερασμένες γραφειοκρατικές ρυθμίσεις, ο λήθαργος της δημόσιας διοίκησης, προβλήματα η λύση των οποίων αναβαλλόταν διαρκώς και έλλειψη πρωτοβουλιών -αυτή ήταν η εικόνα του κράτους, η οποία για πολλούς επιβεβαιωνόταν κάθε τόσο. Και μόνο το χάος στην απόδοση δικαιοσύνης είχε αποκτήσει σκανδαλώδεις διαστάσεις...
«Η χώρα του αρχαίου μεγαλείου κ.λπ ήτανε η χώρα του κομματικού παρασιτισμού. Θεσιθηρία, αργομισθία και φόνος! Όλοι υπεράνω των νόμων...». Φυσικά, τα στελέχη των κομμάτων είχαν διαγνώσει τα πιεστικά προβλήματα, και οπωσδήποτε το χάσμα μεταξύ της προσδοκίας για ταχύρυθμη δράση από τη μια και των στρατηγικών μακροπρόθεσμης απόδοσης από την άλλη είχε αντικειμενικά αίτια' μόνο δημαγωγικά συνθήματα θα μπορούσαν να το γεφυρώσουν Η αυξανόμενη ανυπομονησία της κοινής γνώμης διευκόλυνε τη διάδοση του σκοταδιστικού μύθου ότι δεν ήταν οι δομές και τα αντικειμενικά δεδομένα αλλά μόνο η ανικανότητα των πολιτικών που δημιουργούσε τα προβλήματα τα οποία ταλάνιζαν τη χώρα. Από την άλλη, τα κόμματα δεν μπορούσαν να μεταδώσουν πειστικά την αναγκαιότητα για μακροπρόθεσμα προγράμματα και σκόνταφταν στην πρακτική πολιτική σε ένα σωρό εμπόδια' η μοιραία εντύπωση της ανικανότητας επιβαλλόταν σχεδόν εκ των πραγμάτων...
Όλοι συμφωνούσαν στην αρχή της λιτότητας... καθώς και την αύξηση της παραγωγικότητας. Μόνο έτσι, και όχι μέσω της αύξησης των φορολογικών βαρών θα αύξανε το κράτος μακροπρόθεσμα τα έσοδα του... μόνο έτσι θα μπορούσε η Ελλάδα να αναπτυχθεί, ώστε να είναι υπολογίσιμη ως σύμμαχος... Καθώς τα κόμματα δεν φαίνονταν να βρίσκουν διέξοδο από την κρίση, στην κοινή γνώμη διαδίδονταν ευκολότερα απόψεις που δεν στρέφονταν κατά ορισμένων κομμάτων, αλλά κατά των κομμάτων εν γένει, κατά του κοινοβουλευτικού συστήματος διακυβέρνησης, ακόμη και κατά του ίδιου του συνταγματικού κράτους... Ακόμη και μεταρρυθμιστές και προοδευτικοί πολιτικοί των κομμάτων ήταν αμήχανοι μπροστά στην προπαγάνδα που καταφερόταν κατά των κομμάτων του «συστήματος»... Η ελπίδα των μικρών κομμάτων, ότι θα εισέπρατταν την αυξανόμενη δυσαρέσκεια προς τα μεγάλα κόμματα, δεν εκπληρώθηκε. Τα πλατιά στρώματα των ψηφοφόρων είχαν μεν αναγνωρίσει την ανεπάρκεια των κομμάτων, δεν ήταν όμως πρόθυμα να επιτρέψουν σκοτεινούς χειρισμούς, με κοινοβουλευτικές μειοψηφίες. Αντικοινοβουλευτικές και αντιδημοκρατικές ομάδες δεν μπόρεσαν εκείνη την περίοδο να στηριχτούν στην πλειοψηφία των εκλογέων.

β´
Στο πλέγμα αιτίων του πραξικοπήματος του 1909 ανήκει και η έλλειψη ενός ριζοσπαστικού κινήματος, το οποίο με ένα ελκυστικό πρόγραμμα διοικητικών και κοινωνικών μεταρρυθμίσεων θα μπορούσε να προσελκύσει μάζες ψηφοφόρων, εκφράζοντας τη δυσθυμία και τη συσσωρευμένη δυσαρέσκεια... Με τον όρο «ριζοσπαστικό» δεν εννοούμε αυτό που στις ευρωπαϊκές χώρες θεωρείται ριζοσπαστικό από τη Γαλλική Επανάσταση και μετά. Σε σύγκριση με τον δημοκρατικό ριζοσπαστισμό της Κεντρικής και της Δυτικής Ευρώπης όλα τα ελληνικά κόμματα ήταν ριζοσπαστικά στο ζήτημα του συντάγματος και σε σχέση με τα δικαιώματα των πολιτών. Η λαϊκή κυριαρχία, το καθολικό εκλογικό δικαίωμα των ανδρών και το σύστημα ενός κοινοβουλευτικού σώματος, η ισονομία, οι πολιτικές ελευθερίες και το κοινοβουλευτικό σύστημα διακυβέρνησης, άνηκαν στις προγραμματικές τους αρχές και αποτελούσαν -ως εξαίρεση στην Ευρώπη- το αδιαμφισβήτητο θεμέλιο του πολιτικού συστήματος.
Τα αιτήματα του αστικού ριζοσπαστισμού στην Ελλάδα αναφέρονταν στην αποτελεσματικότητα του πολιτικού συστήματος και πρώτα απ' όλα της διοίκησης, στην πραγματοποίηση των συνταγματικών δικαιωμάτων και στον κοινωνικοοικονομικό σύστημα' προπαγάνδιζε ριζοσπαστικές παρεμβάσεις για τον εκσυγχρονισμό του κράτους και της κοινωνίας και για την άρση των κακώς κειμένων στη βάση αρχών των αρχών που προαναφέραμε και όχι στο πλαίσιο μιας διαφορετικής πολιτικής τάξης πραγμάτων. Ως εκ τούτου ο αστικός ριζοσπαστισμός στην Ελλάδα είχε μικρότερη δύναμη διείσδυσης από άλλα συγκριτικά ευρωπαϊκά κινήματα, τα οποία αγωνίζονταν για σύνταγμα και δικαιώματα των πολιτών. Επίσης οι ριζοσπάστες δεν βρίσκονταν αντιμέτωποι με προνομιούχα θεσμοθετημένα κοινωνικά «στρώματα», με μια μοναρχία που στηριζόταν σε αυτά και μια πολιτικά ισχυρή Εκκλησία. Αυτοί είναι οι λόγοι που πολλά ριζοσπαστικά νεοτεριστικά αιτήματα μπορούσαν να ενσωματωθούν ευκολότερα στο πολιτικό σύστημα: η συζήτηση δεν αναφερόταν στη νομιμότητα της πολιτικής τάξης πραγμάτων, αλλά στη σκοπιμότητα συγκεκριμένων μέτρων και στην αποδοτικότητα της δημόσιας διοίκησης.
Αυτή η αδυναμία του ελληνικού αστικού ριζοσπαστισμού καταδεικνύεται με σαφήνεια στο κίνημα των «Ιαπώνων»... Την ονομασία «Κόμμα των Ιαπώνων» τους την έδωσε ο Βλάσης Γαβριηλίδης, εκδότης της εφημερίδας Ακρόπολις - χαρακτηρισμός της εποχής για ανθρώπους οι οποίοι, όπως οι Ιάπωνες στον πόλεμο με τη Ρωσία, έκαναν παράτολμες επιθέσεις. Οι δριμύτατες επιθέσεις τους στρέφονταν κατά της κυβέρνησης και της «ολιγαρχίας», δηλαδή της κυρίαρχης πολιτικής ελίτ, επέκριναν τα κακώς κείμενα, τις παραλείψεις και τη διαφθορά. Ο Γούναρης υποστήριζε την ανάγκη μεταρρύθμισης της δικαιοσύνης, μέτρα για την προστασία της ασφάλειας δικαίου καθώς και την εισαγωγή νόμων κοινωνικής προστασίας που τότε ήταν ανήκουστοι: ασφάλεια ασθενείας και ατυχημάτων και συνταξιοδότηση των εργαζομένων...
Πυρήνας της κριτικής τους ήταν η απόσταση μεταξύ της ανάπτυξης της κοινωνίας από τη μια και της ελάχιστης ικανότητας του πολιτικού συστήματος να μαθαίνει, της ανεπάρκειας της διοίκησης από την άλλη. Με οξυδέρκεια διέκριναν ότι οι προσδοκίες που απευθύνονταν στην αποδοτικότητα του πολιτικού συστήματος και στην ικανότητα του κοινωνικοπολιτικού περιβάλλοντος να αλλάζει μεγάλωναν μπροστά στα πρότυπα των ευρωπαϊκών χωρών - το τι χρειάζεται κανείς στη ζωή, το τι θεωρεί «αναγκαίο», καθορίζεται μόνο σε οριακές περιπτώσεις βιολογικά, κατά κανόνα καθορίζεται πολιτισμικά...
Η ανικανότητα των κομμάτων να δώσουν ικανοποιητικές και συνεκτικές απαντήσεις στα προβλήματα που προκαλούσαν τη δυσαρέσκεια του κόσμου και η έλλειψη ριζοσπαστικών κομμάτων είχε ως αποτέλεσμα να αυξηθούν οι τάσεις για ανομίες: για πάρα πολλά άτομα έλειπε σε μεγάλο βαθμό το είδος εκείνο της ενσωμάτωσης σε σταθερά θεσμικά σχήματα το αναγκαίο για την προσωπική τους σταθερότητα και τη λειτουργία του συστήματος [και βέβαια, υπήρχαν οι εξελίξεις της περιόδου στο εξωτερικό-διεθνές περιβάλλον της χώρας].

---------------------------------------------------------------
Αυτά διαβάζουμε από τον Gunnar Hering (στο δίτομο έργο του - Τα πολιτικά κόμματα στην Ελλάδα 1821-1936) κατά τη περιγραφή της περιόδου λίγο πριν και λίγο μετά τη κατάρρευση του 1893-1897. Ας δούμε τώρα τι γράφει ο Jean Meynard (στο επίσης δίτομο έργο του - Οι πολιτικές δυνάμεις στην Ελλάδα 1946-1965) περιγράφοντάς την Ελλάδα μισό περίπου αιώνα αργότερα.
---------------------------------------------------------------

.~`~.
ΙΙ
Ο δρόμος προς την υποτέλεια
(ο τίτλος του συγγραφέα)
α´
Ως αφετηρία πρέπει να θεωρήσουμε την οικονομική βοήθεια που παραχώρησαν οι Ηνωμένες Πολιτείες στην Ελλάδα από το 1947 μέχρι το 1962. Κατά το μέτρο που διατέθηκε για τη χρηματοδότηση δημοσίων επενδύσεων, η βοήθεια αυτή επέτρεψε στην Ελλάδα να αποκτήσει βιοτικό επίπεδο ανώτερο από εκείνο που προσδιορίζεται από τις πραγματικές δυνατότητες της χώρας. Διευκόλυνε συγχρόνως τις ευπορότερες τάξεις να αποκτήσουν καταναλωτικές συνήθειες οι οποίες δεν συμβιβάζονται με τις πραγματικές δυνατότητες που θα εμφάνιζε η ελληνική οικονομία εάν αφήνονταν στους δικούς της μόνο πόρους (παράδειγμα η ταχύτατη αύξηση του ρυθμού εισαγόμενων ιδιωτικών αυτοκινήτων). Εξάλλου από τη σκοπιά του ισοζυγίου των εξωτερικών πληρωμών, η βοήθεια αυτή επέτρεπε στην Ελλάδα την υιοθέτηση μιας σχετικά φιλελεύθερης πολιτικής στον τομέα των διεθνών εμπορικών συναλλαγών.
Μετά τη διακοπή της βοήθειας και με το δεδομένο της απέχθειας που δείχνουν οι ελληνικές κυβερνήσεις έναντι της εφαρμογής μιας πολιτικής λιτότητας, η μόνη λύση που έμενε ανοικτή ήταν η αναζήτηση των έκτακτων πόρων που είχε συνηθίσει να δέχεται η οικονομία με κάποιον άλλο τρόπο. Η εισροή ξένων κεφαλαίων για την άμεση πραγματοποίηση επενδύσεων ή τη δανειοδότηση ιδιωτικών επιχειρήσεων αποτελεί μια διέξοδο... Δεύτερη διέξοδος είναι η προσφυγή του κράτους και των δημοσίων επιχειρήσεων στον εξωτερικό δανεισμό...
Πριν προχωρήσουμε στην ουσία του θέματος, θα πρέπει... κατ' αρχάς να υπομνήσουμε την έναρξη εξυπηρέτησης από την Ελλάδα του προπολεμικού της δημόσιου χρέους... η ανάληψη της υποχρέωσης αυτής από την Ελλάδα αντιφάσκει έκδηλα με την αδυναμία της να επιτύχει την απόδοση των δανείων που υποχρεώθηκε να παραχωρήσει με τη βία στις δυνάμεις Κατοχής (Γερμανία, Ιταλία)... Ο εξαναγκασμός της χώρας να αναλάβει την εξυπηρέτηση του δημοσίου χρέους της, υποχρέωση με αμφίβολη ηθική βασιμότητα, και στην περίπτωση ακόμη που η Γερμανία δεν θα αρνούνταν την εξόφληση των δικών της κατοχικών δανείων, επιβλήθηκε στην πραγματικότητα στην Ελλάδα εξαιτίας της σημερινής της ανάγκης να προσφύγει στη διεθνή κεφαλαιαγορά. Η επιθυμία των ελληνικών κυβερνήσεων να συνάψουν νέα δάνεια τις υποχρέωνε, κατά κάποιον τρόπο, να επιδιώξουν τη δημιουργία της εικόνας του τέλειου οφειλέτη, ο οποίος, μόλις επουλώσει τις καταστροφές που υπέστη, σπεύδει να αναλάβει την εκπλήρωση των παλαιότερων υποχρεώσεων του. Το εγχείρημα εξάλλου εξηγείται και από έναν άλλο περισσότερο επιτακτικό λόγο: το γεγονός ότι ορισμένες χώρες (και ιδιαίτερα η Μεγάλη Βρετανία) καθώς και διάφοροι διεθνείς οργανισμοί, οι οποίοι ενεργούν πάντοτε σύμφωνα με τις υποδείξεις ή πιέσεις των πρώτων (π.χ. η Διεθνής Τράπεζα Αναπτύξεως), αρνούνταν να δανειοδοτήσουν τη χώρα, εάν δεν ρυθμιζόταν προηγουμένως το θέμα των παλαιών της εκκρεμοτήτων... έχουν ήδη υπογραφεί συμφωνίες με τη βρετανική και την αμερικανική κυβέρνηση. Η αρχή που τις διέπει είναι η αναγνώριση από την ελληνική κυβέρνηση της οφειλής του συνολικού κεφαλαίου του προπολεμικού δημόσιου χρέους κατ' αρχήν την υποχρέωση καταβολής των καθυστερούμενων τόκων. Ωστόσο ένα μικρό τμήμα των τόκων αυτών έχει κεφαλαιοποιηθεί και προστέθηκε στο αρχικό κεφάλαιο...
...λόγος αύξησης του σχετικού βάρους του χρέους είναι η πρόθεση των κυβερνήσεων να εξακολουθήσουν κατά μαζικό τρόπο και ρυθμό την αναζήτηση ξένων κεφαλαίων. Με την προοπτική αυτή νέα βάρη πρόκειται συνεχώς να προστίθενται σε παλαιά... στα ερχόμενα χρόνια η εξυπηρέτηση του ελληνικού δημόσιου χρέους πρόκειται να αποτελέσει ένα στοιχείο αυξανόμενης σημασίας τόσο από τη σκοπιά του κρατικού προϋπολογισμού όσο από την άποψη του ισοζυγίου των εξωτερικών πληρωμών της χώρας... Το στοιχείο αυτό αποκτά ιδιαίτερα δυσάρεστο χαρακτήρα για την οικονομική κατάσταση μιας χώρας από τη στιγμή που η κυβέρνηση της είναι υποχρεωμένη να αναλαμβάνει νέα χρέη για να εξασφαλίσει την αποπληρωμή των παλαιών.
Διάφοροι εμπειρογνώμονες του θέματος, των οποίων η απαισιοδοξία φαίνεται ωστόσο να είναι υπέρμετρη, εκτιμούν ότι, αν διατηρηθούν οι καταναλωτικές συνήθειες που έχουν επικρατήσει (ιδιαίτερα με τα εισαγόμενα ξένα καταναλωτικά προϊόντα), η ελληνική κυβέρνηση θα υποχρεωθεί, αργά ή γρήγορα, να προσφύγει στην παράλογη αυτή λύση.

β´
Η διεθνής οικονομική πολιτική των ελληνικών κυβερνήσεων αυξάνει ολοένα και περισσότερο την εξάρτηση της χώρας από τις ξένες δυνάμεις και τους κεφαλαιουχικούς ομίλους. Το σοβαρότερο σημείο είναι ότι, με το δεδομένο της βασικής γραμμής που έχει επιλεγεί -και από τη σκοπιά αυτή η πολιτική της Ένωσης Κέντρου δεν διέφερε και πολύ από την πολιτική της ΕΡΕ [δες και III]- οι ελληνικές κυβερνήσεις δεν έχουν τη δυνατότητα να ενεργήσουν διαφορετικά.
Η στιγμή κατά την οποία η χώρα ενεπλάκη στα γρανάζια των συνεπειών της πολιτικής αυτής γραμμής είναι ήδη παλαιά. Θα πρέπει να ανατρέξουμε στο 1953, στην περίοδο δηλαδή κατά τη διάρκεια της οποίας με πρωτοβουλία του Σπ. Μαρκεζίνη η κυβέρνηση Παπάγου αποφάσισε να παίξει το παιχνίδι των ελεύθερων διεθνών οικονομικών σχέσεων. Η προτίμηση της γραμμής εκείνης απέκλειε ήδη την εφαρμογή μιας πολιτικής εθνικής λιτότητας [οι τωρινοί εφαρμόζουν λιτότητα, στους άλλους πάντα, έτσι ώστε να «επιστρέψουμε στις αγορές», όχι για να δημιουργήσουν δομές ή κράτος, επιβεβαίωση που θα διαβάσουμε και στο III «...οι σημερινές, και οι αναπόδραστες αυριανές, προσπάθειες του «πολιτικού κόσμου» για τη λύση αυτού του πιεστικού προβλήματος δεν αποτελούν διαρθρωτική του αντιμετώπιση, παρά κατά βάθος αποσκοπούν στη δημιουργία συνθηκών πρόσκαιρης ανακούφισης πού θα επιτρέψουν ξανά την ανακύκλωση του προηγούμενου φαύλου παιγνιδιού μεταξύ κομμάτων και ψηφοφόρων...»]. Από τη στιγμή επομένως αυτή η Ελλάδα ήταν καταδικασμένη να προσφύγει, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, σε μια συνεχώς αυξανόμενη χρηματοδότηση.
Κατ' αρχήν βέβαια η γραμμή αυτή επιλέχθηκε ελεύθερα από την τότε κυβέρνηση και λογικά τίποτε δεν μας εμποδίζει να πιστεύουμε ότι υπήρχε δυνατότητα επιλογής μιας άλλης πορείας. Μια τέτοια υπόθεση αφήνει ωστόσο αναπάντητο το ερώτημα αν η συσχέτιση των τότε ασκούμενων εθνικών και ξένων πολιτικών επιρροών επέτρεπε πράγματι ένα τόσο μεγάλο περιθώριο ελιγμών και αποφάσεων στις υπεύθυνες αρχές του τόπου. Πολλοί είναι εκείνοι που πιστεύουν ότι ήδη από το 1945 -από την εποχή δηλαδή κατά την οποία έγινε φανερό ότι η παλαιά δομή εξουσίας έμελλε να επανακτήσει ολοκληρωτικά τον έλεγχο της χώρας- το παιχνίδι είχε οριστικά προδιαγραφεί... σε γενικές γραμμές είναι σωστή η άποψη που δέχεται το 1945 ως κρίσιμη χρονολογία. Το 1953 υπήρχε ίσως ακόμη η δυνατότητα να τεθούν ορισμένες επιφυλάξεις και περιορισμοί στην αποδοχή των κανόνων των διεθνών οικονομικών σχέσεων, κανόνων που είναι τόσο σκληροί για τις φτωχές χώρες. Ήταν όμως ήδη πολύ αργά για να αποτραπεί τελείως ή ουσιαστικά το ρεύμα που παρέσυρε τη χώρα. Η ιστορία, έλεγε κάποιος Γάλλος πολιτικός, δεν μας προσφέρει ποτέ για δεύτερη φορά το ίδιο έδεσμα.

Jean Meynard
---------------------------------------------------------------
Αυτά διαβάζουμε από τον Jean Meynard (στο δίτομο έργο του - Οι πολιτικές δυνάμεις στην Ελλάδα 1946-1965) κατά τη περιγραφή της περιόδου λίγο πριν και λίγο μετά τη δεκαετία του 50'. Ας δούμε τώρα τι γράφει ο Παναγιώτης Κονδύλης περιγράφοντάς την Ελλάδα μισό περίπου αιώνα αργότερα.
---------------------------------------------------------------

.~`~.
ΙΙΙ
Ψευδαισθήσεις
α´
...η σημερινή Ελλάδα, όντας ανίκανη να παραγάγει η ίδια όσα καταναλώνει και μην έχοντας αρκετή αυτοσυγκράτηση — και αξιοπρέπεια — ώστε να μην καταναλώνει περισσότερα απ’ όσα μπορεί να παραγάγει η ίδια, προκειμένου να καταναλώσει παρασιτεί, και μάλιστα σε διπλή κατεύθυνση: παρασιτεί στο εσωτερικό, που υποθηκεύει τους πόρους του μέλλοντος μετατρέποντάς τους σε τρέχοντα τοκοχρεολύσια, και παρασιτεί προς τα έξω, που έχει επίσης δανεισθεί υπέρογκα ποσά όχι για να κάνει επενδύσεις μελλοντικά καρποφόρες αλλά κυρίως για να πληρώσει με αυτά τεράστιες ποσότητες καταναλωτικών αγαθών, τις οποίες και πάλι εισήγαγε από το εξωτερικό.
Η εξέλιξη αυτή συντελέσθηκε στο πλαίσιο της μεταπολεμικής προοδευτικής διαπλοκής των διεθνών οικονομικών διαδικασιών γενικά και των ευρωπαϊκών οικονομιών ειδικότερα, ωστόσο θα ήταν λάθος να τη θεωρήσουμε ως ειμαρμένη πού ενέσκηψε πάνω σε μιαν αδύνατη κι ανυπεράσπιστη Ελλάδα, αιχμαλωτισμένη ανέκκλητα στα δίχτυα του «διεθνούς κεφαλαίου». Τέτοιες φαινομενικά περισπούδαστες εξηγήσεις προσφέρουν όσοι οχυρώνονται πίσω από την αγοραία «αριστερή» και «φιλολαϊκή» ρητορική, αρνούμενοι να αναμετρηθούν με το μέγεθος των δικών τους ευθυνών, το βάθος των συντελεστών της σημερινής εθνικής κρίσης και την οδυνηρότητα των πιθανών διεξόδων απ’ αυτήν. Οι πρωταρχικοί λόγοι, πού έθεσαν σε κίνηση τη διαδικασία της εθνικής εκποίησης και της συναφούς πολιτικής αποδυνάμωσης της Ελλάδας σε διεθνές επίπεδο, είναι ενδογενείς και ανάγονται στη λειτουργία του πολιτικού της συστήματος και στη συμπεριφορά όλων των υποκειμενικών του παραγόντων. Με άλλα λόγια: το ελληνικό κοινωνικό και πολιτικό σώμα στο σύνολο του επωφελήθηκε από τη μεταπολεμική πρωτοφανή ανάπτυξη της διεθνούς οικονομίας και άντλησε βραχυπρόθεσμα ωφελήματα απ’ αυτή με αντάλλαγμα τον μακροπρόθεσμο υποβιβασμό της Ελλάδας στην κλίμακα του διεθνούς καταμερισμού της εργασίας και συνάμα τη γενική εθνική της υποβάθμιση. Αυτό έγινε με τη μορφή ενός σιωπηρού, αλλά διαρκούς και κατά μέγα μέρος συνειδητού και επαίσχυντου κοινωνικού συμβολαίου, στο πλαίσιο του οποίου η εκάστοτε πολιτική ηγεσία — «δεξιά», «φιλελεύθερη» ή «σοσιαλιστική», κοινοβουλευτική ή δικτατορική: στο κρίσιμο τούτο σημείο οι αποκλίσεις υπήρξαν ελάχιστες — ανέλαβε τη λειτουργία να ενισχύει γρήγορα και παρασιτικά τις καταναλωτικές δυνατότητες του «λαού» με αντίτιμο την πολιτική του εύνοια ή ανοχή, ήτοι τη διαχείριση της πολιτικής εξουσίας και την κάρπωση των συναφών κοινωνικών και υλικών προνομίων. Βεβαίως, η συναλλαγή αυτή χαρακτήριζε τον ελληνικό κοινοβουλευτισμό από τα γεννοφάσκια του, όμως η πρωτοφανής μεταπολεμική διεθνής οικονομική συγκυρία της προσέδωσε δυνατότητες επίσης πρωτοφανείς: προς άγρα και συγκράτηση της εκλογικής πελατείας μπορούσαν τώρα να προσφερθούν όχι απλώς ανιαρές κρατικές θέσεις, αλλά επί πλέον πολύχρωμες μάζες καταναλωτικών αγαθών και πλήθος δελεαστικών καταναλωτικών δυνατοτήτων. Ενώ όμως η πρώτη προσφορά συνεπαγόταν κυρίως την εκποίηση του κρατικού μηχανισμού και των κρατικών πόρων στην εσωτερική αγορά, η δεύτερη — και πιο πλουσιοπάροχη — απέληγε με εσωτερική αναγκαιότητα στο ξεπούλημα ολόκληρου τού έθνους στη διεθνή αγορά...
...οι σημερινές, και οι αναπόδραστες αυριανές, προσπάθειες του «πολιτικού κόσμου» για τη λύση αυτού του πιεστικού προβλήματος δεν αποτελούν διαρθρωτική του αντιμετώπιση, παρά κατά βάθος αποσκοπούν στη δημιουργία συνθηκών πρόσκαιρης ανακούφισης πού θα επιτρέψουν ξανά την ανακύκλωση του προηγούμενου φαύλου παιγνιδιού μεταξύ κομμάτων και ψηφοφόρων... Ένας τέτοιος «πολιτικός κόσμος» δεν θα είναι ποτέ ικανός ως σύνολο να θέσει και να λύσει το πρόβλημα της εθνικής πολιτικής και της εθνικής επιβίωσης παρά μόνον ευκαιριακά και φραστικά ˙ είναι ο ίδιος όχι μόνο προαγωγός, αλλά και προϊόν του κοινωνικού παρασιτισμού, ανήμπορος ως εκ της φύσεώς του να αντιταχθεί στον «λαό», όταν ο «λαός» απαιτεί την εκποίηση του έθνους για να καταναλώσει περισσότερα και να εργασθεί λιγότερο. Πέρα απ’ αυτό, είναι ανίκανος να κάνει κάτι τι διαφορετικό απ’ ό,τι κάνει λόγω του επιπέδου και του ποιού του. Ότι ο σημερινός ελληνικός «πολιτικός κόσμος», κοινοβουλευτικός και εξωκοινοβουλευτικός, αποτελείται ως επί το πολύ από πρόσωπα ελαφρά έως φαιδρά, δεν αποτελεί καν κοινό μυστικό ˙ αποτελεί πηγή δημόσιας θυμηδίας, συχνά με τη σύμπραξη των ίδιων των διακωμωδούμενων. Οι λίγοι, πού έχουν γνώση και συνείδηση, πού κάτι είχαν και κάτι διατηρούν μέσα στους ρηχούς, καριερίστες ή απλώς ψευτόμαγκες συναδέλφους τους, καταπίνουν κι αυτοί τη γλώσσα τους ή μιλούν με πρόσθετες περιστροφές όταν τα θέματα γίνονται οριακά για την πολιτική τους επιβίωση.
Η κομματικοποίηση των μεγάλων θεμάτων της εθνικής πολιτικής και η άγρια εσωτερική τους εκμετάλλευση είναι πασίγνωστη ήδη από το γεγονός ότι οι πάντες την επιρρίπτουν στους πάντες — διαιωνίζοντας την... Ως κυρίαρχη και ευρύτερα αποδεκτή εθνική πολιτική εμφανίζεται σήμερα ο «ευρωπαϊκός προσανατολισμός» της χώρας, με τελικό του σκοπό την οργανική της ένταξη σε μιαν οικονομικά και πολιτικοστρατιωτικά ενοποιημένη Ευρώπη, με τη βοήθεια της οποίας η Ελλάδα, και την οικονομία της θα εκσυγχρόνιζε και την ακεραιότητα της θα διασφάλιζε — κοντολογίς θα έλυνε το πρόβλημα της εθνικής της βιωσιμότητας. Πολύ φοβούμαι ότι στην προοπτική αυτή κατά κύριο λόγο αντανακλώνται όχι πραγματικές δυνατότητες παρά ευσεβείς πόθοι ανάμικτοι με μυθολογικές κατασκευές. Όπως δηλ. η ακάματη ελληνική μυθολογική φαντασία πριν από λίγο ακόμη απέδιδε όλα τα δεινά στα ζοφερά σχέδια και τεχνάσματα των Ηνωμένων Πολιτειών, έτσι τώρα αναμένει όλα τα αγαθά από το αντίθετο μυθολόγημα, εκείνο της γενναιόδωρης κι αλληλέγγυας «Ευρώπης». Δεν είναι δύσκολο να αντιληφθεί κανείς ότι, από ψυχολογική άποψη, η ευρωπαϊκή πανάκεια αποτελεί μιαν ακόμη μεταμφίεση του όψιμου επιχώριου ευδαιμονισμού, ο οποίος ονειρεύεται ανεξάντλητες πηγές επιδοτήσεων και συνάμα την έμμεση τουλάχιστον διασφάλιση των συνόρων από ξένα όπλα, έτσι ώστε να κατοχυρωθεί από όλες τις πλευρές και να «την αράξει».

β´
...η «ευρωπαϊκή ένταξη» διόλου δεν θα λύσει τα μεγάλα προβλήματα της ελληνικής εθνικής πολιτικής κατά τον ευθύγραμμο τρόπο πού φαντάζονται πολλοί Έλληνες «ευρωπαϊστές», ποζάροντας από τώρα ως ξεσκολισμένοι και υπερώριμοι «Ευρωπαίοι». Όμως επίσης δεν θα τα έλυνε μία ελληνοκεντρική αναδίπλωση, η οποία ναι μεν είναι χρήσιμη για να θυμάται κανείς που και που ότι σε τελευταία ανάλυση πρέπει να σταθεί στα δικά του τα πόδια, εφ’ όσον ούτε από το πετσί του μπορεί να βγει, ωστόσο καθίσταται επιζήμια όταν ως πρόταση συνάπτεται με διάφορες ανιστόρητες ανοησίες πού αντιπαραθέτουν στην «πνευματική» Ανατολή την «υλόφρονα» Δύση κτλ. Τέτοιες αντιλήψεις μπορούν να χρησιμεύσουν μονάχα ως ιδεολογικές υπεραναπληρώσεις λαών συχνά ταπεινωμένων και με ελάχιστη συνεισφορά στον σύγχρονο πολιτισμό, δεν προσφέρονται όμως ως πυξίδα μιας εθνικής πολιτικής πάνω στον σημερινό πλανήτη. Τέτοιες αντιλήψεις μπορούν να χρησιμεύσουν μονάχα ως ιδεολογικές υπεραναπληρώσεις λαών συχνά ταπεινωμένων και με ελάχιστη συνεισφορά στον σύγχρονο πολιτισμό, δεν προσφέρονται όμως ως πυξίδα μιας εθνικής πολιτικής πάνω στον σημερινό πλανήτη. Γιατί, θέτοντας στο επίκεντρο ηθικά ή μεταφυσικά μεγέθη, φενακίζουν τα πνεύματα, καθώς επικαλύπτουν κάτω από διανοουμενίστικες αοριστολογίες την καθοριστική σημασία της μεθόδου του οικονομείν για μία σύγχρονη κοινωνία και τους υπαρξιακούς κινδύνους μιας ουσιώδους ολιγωρίας στο σημείο αυτό.
...η ανικανότητα ενός έθνους να συναγωνισθεί τα άλλα σε ό,τι σήμερα — καλώς η κακώς — θεωρείται κεντρικό πεδίο της κοινωνικής δραστηριότητας θέτει σε κίνηση έναν διπλό υπεραναπληρωτικό μηχανισμό: τον πιθηκισμό ως προσπάθεια να υποκατάστήσης με επιφάσεις ό,τι δεν κατέχεις ως ουσία και την παραδοσιολατρία ως αντιστάθμισμα του πιθηκισμού. Απ’ αυτή την άποψη, ο πτωχοπροδρομικός ελληνοκεντρισμός και ο κοσμοπολίτικος πιθηκισμός αποτελούν μεγέθη συμμετρικά και συναφή, όσο κι αν φαινομενικά εκπροσωπούν δύο κόσμους εχθρικούς μεταξύ τους.
Μονάχα ο εκσυγχρονισμός στη βάση μιας μακρόπνοης εθνικής πολιτικής και εθνικής ανανέωσης θα δημιουργήσει συνθήκες ψυχικής υγείας, έτσι ώστε και η αναγκαιότητα του εκσυγχρονισμού (στη μορφή της τεχνικής-οικονομικής ορθολογικότητας) να καταφάσκεται και η στενότητα της παράδοσης να γίνεται αισθητή, και οι επικίνδυνες αντινομίες του σύγχρονου κόσμου να διαπιστώνονται ψύχραιμα και η εθνική παράδοση να βιώνεται δίχως συμπλέγματα κατωτερότητας ή ανωτερότητας...

γ´
Είναι πολιτικά νήπιος όποιος αναφέρεται στις δήθεν γενικές σύγχρονες τάσεις για υπέρβαση του εθνικού κράτους και για τη βαθμιαία πτώση των συνόρων, αποσιωπώντας ότι είναι δύο πολύ διαφορετικά πράγματα να περνούν τα σύνορα σου στρατιές τουριστών και να τα περνούν τα στρατεύματα ενός γειτονικού κράτους. Και εξ ίσου πολιτικά νήπιοι είναι όσοι φαντάζονται ότι τα «ανθρώπινα δικαιώματα» μπορούν ν’ αποτελέσουν αμετακίνητο κριτήριο για την άσκηση εθνικής πολιτικής, παραγνωρίζοντας τη συγκεκριμένη επήρεια και χρήση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε κάθε πολιτική συγκυρία.
Συχνότατα η σημερινή ελληνική εθνική πολιτική θυμίζει κάποιον ο οποίος δεν ανησυχεί γιατί δεν έχει πόδια, πιστεύοντας ότι στην κρίσιμη στιγμή θα του φυτρώσουν φτερά. Η στάση αυτή δεν προμηνύει τίποτε καλό ˙ πράγματι, μία νηφάλια εκτίμηση μάλλον θα κατέληγε στο πόρισμα ότι είναι άκρως αμφίβολο αν η Ελλάδα θα μπει στον επίπονο και τραχύ δρόμο της εσωτερικής ανόρθωσης, πού μόνος θα της έδινε τις προϋποθέσεις για την άσκηση εθνικής πολιτικής ικανής ν’ αντεπεξέλθει στις εξαιρετικά δυσχερείς συνθήκες της σημερινής πλανητικής συγκυρίας. Μάλλον θα συνεχίσει να αιωρείται αμήχανα μεταξύ ευρωπαϊκών ελπίδων και υπεραναπληρωτικού νευρωτικού εθνικισμού, ανήκοντας στην Ευρώπη με τον πιθηκισμό της και στα Βαλκάνια με ό,τι γνησιότερο έχει: τη μιζέρια και τον επαρχιωτισμό της. Αυτό επιβάλλεται να πει όποιος επιχειρεί σήμερα μία διάγνωση πέρα από επιθυμίες και φόβους, συμπάθειες και αντιπάθειες.
Ούτε αγνοώ ούτε λησμονώ τις άκρως τιμητικές ατομικές εξαιρέσεις έναντι των κανόνων πού διέπουν τη λειτουργία της σημερινής ελληνικής κοινωνίας. Όμως οι εξαιρέσεις δεν μπορούν ν’ αποτελέσουν το αντικείμενο μιας σύντομης κοινωνιολογικής και πολιτικής ανάλυσης, όταν οι κανόνες είναι τόσο εξόφθαλμοι και τόσο επαχθείς. Πολλοί ίσως βρουν υπερβολικά καυστικές διάφορες εκφράσεις απ’ όσες χρησιμοποιήθηκαν στην παραπάνω περιγραφή. Θα είναι ασφαλώς εκείνοι πού ακόμα δεν κατάλαβαν ότι στην Ελλάδα δεν υπάρχουν πια περιθώρια για μισόλογα και διακριτικούς υπαινιγμούς.

Παναγιώτης Κονδύλης
(πριν περίπου δύο δεκαετίες)

Η ιστορία μας διδάσκει ότι όταν τα ζητήματα παραμένουν άλυτα, επιστρέφουν.

Ολοκλήρωση μέρους α´

.~`~.
Για περαιτέρω ιχνηλάτηση και πληρέστερη προοπτική