4 Ιουλίου 2013

Φιλελευθερισμός και δημοκρατία: μια ανταγωνιστική ιστορία - μέρος α´.


Από τον 16ο αιώνα αναπτύσσεται στη δυτική Ευρώπη, ως συνέπεια του ουμανισμού, η φιλοσοφία του φυσικού δικαίου, από την οποία προκύπτει άμεσα η φιλελεύθερη ιδέα. Η ιδέα αυτή αποκόπτεται από τη μεσαιωνική αντίληψη που στην κοινωνία έβλεπε μόνο ομάδες με αλληλέγγυα μέλη και θεωρεί, αντίθετα, ότι το άτομο έχει αυτόνομη ύπαρξη και αποτελεί τη βάση κάθε κοινωνικής οργάνωσης. Αυτή η πραγματική εννοιολογική επανάσταση εμπεριέχει πολιτικές και κοινωνικές συνέπειες που θα φέρουν στην επιφάνεια οι δύο άγγλοι φιλόσοφοι του 17ου αιώνα, ο Hobbes και ο Locke. Και οι δύο τοποθετούν το άτομο στο κέντρο του προβληματισμού τους και θεωρούν ότι γεννιέται με έναν συγκεκριμένο αριθμό φυσικών δικαιωμάτων, όπως το να προστατεύει τη ζωή του, να μπορεί να τη διαχειρίζεται όπως θέλει, να αποκτά και να προστατεύει την περιουσία του κ.λπ. Αλλά στην «φυσική κατάσταση» (δηλαδή πριν από την οργάνωση της κοινωνίας) η ζωή του βρίσκεται υπό διαρκή απειλή και τα φυσικά του δικαιώματα διακυβεύονται από την ανασφάλεια, τον πόλεμο, τη βία. Για να τα διατηρήσει, το άτομο δέχεται να οργανωθεί σε κοινωνία και, παραχωρώντας ένα μέρος από τα φυσικά του δικαιώματα, κατοχυρώνει την ασφάλεια του και προστατεύει τη ζωή και τα αγαθά του. Η είσοδος στην κοινωνία λοιπόν είναι ένα συμβόλαιο με το οποίο ο άνθρωπος δέχεται την εξουσία ενός ηγεμόνα, με την προϋπόθεση ότι ο τελευταίος διασφαλίζει την ειρήνη και διατηρεί την ασφάλεια. Όμως, όπως κάθε συμβόλαιο, έτσι και αυτό είναι μετακλητό αν κάποιο από τα δύο μέρη δεν εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του.
Ξεκινώντας από τις ίδιες αυτές βάσεις, ο Hobbes και ο Locke διαφοροποιούνται. Ο πρώτος θεωρεί ότι ικανότερο είδος διακυβέρνησης για να επιτελέσει τον ρόλο που έχει επιλεχθεί από το κοινωνικό συμβόλαιο για τον ηγεμόνα είναι η απόλυτη μοναρχία, στην οποία ο πανίσχυρος μονάρχης (*) συγκεντρώνει όλες τις εξουσίες. Ο Locke, αντίθετα, εκφράζει, στο κύριο έργο του Δοκίμιο για την πολιτική κυβέρνηση (1681), μια σειρά θέσεων που συνιστούν τη βάση της φιλελεύθερης σκέψης. Κατά τον Locke, η ανώτατη εξουσία στην πραγματικότητα πηγάζει από τα άτομα και, αν μεταβιβάζουν την εξουσία αυτή σε έναν ηγεμόνα (*), δεν αποποιούνται το δικαίωμα να τον ελέγχουν. Κυρίως δεν δέχονται να απολέσουν για χάρη του κάθε ελευθερία. Για να τη διατηρήσουν, ο Locke υποστηρίζει ότι είναι απαραίτητο οι διάφορες εξουσίες (εκτελεστική, νομοθετική, δικαστική) να μη συγκεντρώνονται στα χέρια ενός ανθρώπου, του ηγεμόνα, αλλά να διαχωρίζονται' ότι η πρωτοκαθεδρία δεν πρέπει να ανήκει στον ηγεμόνα, φορέα της εκτελεστικής εξουσίας, αλλά στη νομοθετική εξουσία, που ανατίθεται σε περισσότερα άτομα για ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, και ο ρόλος της εκτελεστικής εξουσίας να περιορίζεται στην εφαρμογή των νόμων που ψηφίζει η νομοθετική εξουσία' τέλος σε περίπτωση που ο ηγεμόνας παραβιάζει το σιωπηρό συμβόλαιο ανάμεσα στο λαό και στον ίδιο (*), ο λαός νομιμοποιείται να τον απομακρύνει.
Από τη φιλοσοφία αυτή του φυσικού δικαίου προέρχεται το πολιτικό δόγμα στο οποίο δίνουμε την ονομασία φιλελευθερισμός.

Serge Berstein
Δηµοκρατίες, αυταρχικά και ολοκληρωτικά καθεστώτα στον 20ό αιώνα
Εκδ. Ποιότητα


(*) Εφόσον δεν υπήρχε η έννοια του κράτους ως ξεχωριστού νομικού προσώπου, οι περισσότερες ιστορικές κοινωνίες στάθηκαν ανίκανες να αναπτύξουν μια ξεκάθαρη διάκριση μεταξύ διακυβέρνησης και ιδιοκτησίας στις διάφορες μορφές τους. Η συνακόλουθη σύγχυση μεταξύ δημόσιας και ιδιωτικής σφαίρας οδήγησε σε πολλά και διάφορα παράδοξα, όπως ο ισχυρισμός του Αριστοτέλη ότι οι βάρβαροι, οι οποίοι δεν ζούσαν σε αυτοδιοικούμενες πόλεις, αλλά εξαρτιόταν από τη βούληση των κυρίαρχων φύλαρχων ή βασιλέων τους, ήταν «εκ φύσεως» δούλοι [σημ. Δ`~. όπως όλοι και όλες εμείς σήμερα, πέρα από βάρβαροι είμαστε και «εκ φύσεως» δούλοι, όχι μονάχα κατά Αριστοτέλη, αλλά και κατά Πλάτωνα]...
Ο Ευρωπαϊκός μεσαίωνας έφτασε στο αντίθετο άκρο. Με την κατάρρευση της Ρώμης, η δημόσια σφαίρα, η οποία περιελάμβανε απλώς όσα άνηκαν στον αυτοκράτορα, σχεδόν εξαφανίστηκε... Όπως είπε ο Άνταμ Σμιθ, το μοναδικό σημαντικότερο από την ευμάρεια είναι η άμυνα. Η ανασφάλεια, είτε αυτή οφειλόταν στην αδυναμία της διακυβέρνησης είτε στην υπερβολική ισχύ της (στις αυτοκρατορίες, με την ετερογενή εθνική σύσταση και τις απομακρυσμένες επαρχίες τους, μερικές φορές ίσχυαν και τα δυο), εμπόδιζε τη συσσώρευση πλεονάσματος σε ατομική βάση και την εμφάνιση μιας σταθερής κατά κεφαλήν οικονομικής ανάπτυξης. Παρά τις σχετικές απόπειρες που έγιναν σποραδικά, καμιά από αυτές τις κοινωνίες δεν στάθηκε ικανή να αναπτύξει χάρτινο νόμισμα ή να δημιουργήσει κάτι παραπλήσιο με κεντρική τράπεζα. Με απλά λόγια, η εμπιστοσύνη στην ικανότητα και την προθυμία της διακυβέρνησης να σεβαστεί τις υποχρεώσεις της ήταν ανύπαρκτη' δεν είναι τυχαίο ότι, στην εβραϊκή γλώσσα, η λέξη «σπαταλώ τα χρήματα μου» έχει τη ρίζα της σε έναν όρο ο οποίος αρχικά σήμαινε «δημόσιο ταμείο» (τιμαίον στα ελληνικά)... η γλώσσα που χρησιμοποιούν οι αρχαίοι ιστορικοί καθιστά σαφέστατο ότι ούτε οι Έλληνες ούτε οι Ρωμαίοι αντιλήφθηκαν ποτέ το κράτος ως αφηρημένη οντότητα, ξεχωριστή από τους πολίτες του. Όπου εμείς θα μπορούσαμε να πούμε «το κράτος», αυτοί έγραφαν «το κοινό» ή «ο λαός»...
Εάν νοηθεί με αυτό τον τρόπο, το κράτος αποτελεί τη δεύτερη σημαντικότερη επινόηση στην ιστορία μετά τον ελληνικό διαχωρισμό μεταξύ ιδιοκτησίας και διακυβέρνησης.

Η άνοδος και η πτώση του κράτους
Εκδ. Τουρίκης

.~`~.
Για περαιτέρω ιχνηλάτηση και πληρέστερη προοπτική