10 Ιουνίου 2013

Τέλος του κυρίαρχου κράτους ή αλλαγή της λειτουργίας του;


.~`~.
I
α´
Στον αιώνα μας έγινε συχνά λόγος για το τέλος του κυρίαρχου κράτους, όπως αυτό διαμορφώθηκε στους Νέους Χρόνους. Οι οπαδοί της οικουμενικής ηθικής, η οποία κυριαρχεί μέσα στο ιδεολογικό σύμπαν της μαζικής δημοκρατίας όντας η αντίστροφη όψη ενός ακραίου ατομικισμού, συνδέουν με την προσδοκία αυτού του τέλους χειραφετητικές ελπίδες, άλλοι πάλι φοβούνται ότι έτσι θα χαθούν χειροπιαστές πολιτικές εγγυήσεις της εσωτερικής και της διεθνούς ευταξίας. Για να δούμε νηφάλια τα πράγματα, πρέπει πρώτα-πρώτα ν' αφήσουμε στην άκρη τόσο τη δημοκρατική όσο και την αυταρχική μυθολογία για το νεοτερικό κυρίαρχο κράτος.
Αν η πρώτη το θεωρούσε ως ισχύ ή μάλλον ως βία, η οποία κατέπνιγε προς το συμφέρον των κυρίαρχων κινήματα ελευθερίας και αιτήματα ισότητας προερχόμενα εκ των κάτω, η δεύτερη το παρουσίαζε ως αυτόνομη οντότητα πάνω απ' όλες τις τάξεις κι απ' όλα τα μερικά συμφέροντα, ως θνητό Θεό με αποστολή του τη φύλαξη του δημοσίου συμφέροντος. Και στις δυο περιπτώσεις η πολιτική και ιδεολογική πρόθεση οδήγησε σε αρνητικές ή θετικές υποστασιοποιήσεις, οι οποίες ελάχιστα βοηθούν στην κατανόηση των εκάστοτε λειτουργιών του νεοτερικού κράτους. Ήδη από την εποχή του σχηματισμού του το κράτος αυτό υπηρέτησε άλλοτε τη μεταρρύθμιση κι άλλοτε την αντίδραση, κάποτε την υπεράσπιση και κάποτε την καταπολέμηση κατεστημένων συμφερόντων. Οι δημοκράτες και οι σοσιαλιστές δεν αισθάνθηκαν δυσφορία όπου άσκησαν την κρατική εξουσία, ενώ αντίστροφα διάφοροι θιασώτες του αυταρχικού κράτους έχασαν γρήγορα τον σεβασμό τους απέναντι στον θνητό Θεό όποτε αυτός χάρισε την εύνοια του σε άλλους.
Όλα αυτά σημαίνουν: το νεότερο κράτος υπήρξε ένα άπειρα πλαστικό και προσαρμοστικό εργαλείο, στην ήδη μακρά ιστορία του συμμάχησε με πολύ διαφορετικά κοινωνικά στρώματα και υπηρέτησε τους πιο διαφορετικούς σκοπούς, αλλάζοντας κάθε φορά την έκταση του, την οργανωτική του μορφή και τους φυσικούς φορείς του.
Όσοι όμως μιλούσαν για το τέλους του κράτους δεν μπορούσαν και δεν ήθελαν να δουν τα ιστορικά δεδομένα στις διακυμάνσεις τους. Πολλοί απ' αυτούς άρθρωσαν από αυταρχική σκοπιά μια διαμαρτυρία αφ' ενός εναντίον του βαθμιαίου μαζικοδημοκρατικού προσανατολισμού της κρατικής πολιτικής στον 20ο αιώνα και αφ' ετέρου εναντίον της δήθεν ανικανότητας ενός «φιλελεύθερου» ή μαζικοδημοκρατικού κράτους να ασκήσει αποτελεσματική εξωτερική πολιτική... Η επίθεση αυτής της αυταρχικής (ως προς τις κοινωνικές της προτιμήσεις κυρίως παλαιοφιλελεύθερης) αντίληψης εναντίον του μαζικοδημοκρατικού κράτους, το οποίο βέβαια από τη σκοπιά της κανονιστικής της αντίληψης δεν μπορούσε να αποτελεί «γνήσιο» κράτος, συγκεντρώθηκε πρωταρχικά στη συγχώνευση της πολιτικής με την οικονομία, η οποία συγχώνευση αφαιρούσε τάχα από το κράτος την προηγούμενη περιωπή του ως φύλακα του γενικού συμφέροντος και το έκανε άβουλο όργανο ιδιωτικών συμφερόντων.
Έτσι όμως παραγνωρίζονταν οι πολιτικές πλευρές της συγχώνευσης της πολιτικής με την οικονομία... Όχι μόνον η πρόνοια για τη στοιχειώδη διαβίωση (ως φράγμα κατά της ανομίας) και η ανακατανομή συνιστούν πολιτικές πράξεις κατ εξοχήν, αλλά και η συγχώνευση της πολιτικής με την οικονομία μετέβαλε το κράτος στον κατά πολύ μεγαλύτερο εργοδότη και σε διαχειριστή της μερίδας του λέοντος του εθνικού εισοδήματος. Φυσικά, δεν είναι δυνατό να μην παραβλέψει κανείς τον έντονα πολιτικό χαρακτήρα αυτών των φαινομένων όταν εμμένει σε μιαν έννοια της πολιτικής ξεπερασμένη από καιρό.


β´
Σε σχέση με την πλανητική πολιτική του αιώνα μας, σοβαροί παρατηρητές υπογράμμισαν ότι η υποταγή της εξωτερικής πολιτικής των κρατών στις αρχές μιας οικουμενικής ηθικής θα επέφερε αναγκαστικά την κατάλυση της κρατικής κυριαρχίας, γιατί κήρυσσε εγκληματική κι αξιόποινη τη raison d'état ως θεμιτή πυξίδα των κρατικών ενεργειών, στερώντας τους έτσι το μόνο δυνατό κυρίαρχο έρεισμα.
Στον Ψυχρό Πόλεμο φάνηκε ότι το κυρίαρχο κράτος βάλλεται και από τα δυο στρατόπεδα, γιατί και τα δυο διεξήγαν τον αγώνα τους στο όνομα οικουμενικών και διεθνιστικών αρχών, ήτοι φιλελεύθερων ή προλεταριακών αρχών, απέναντι στις οποίες το άτομο όφειλε να τρέφει περισσότερη νομιμοφροσύνη απ' ότι απέναντι στο κράτος της καταγωγής του.
Μια τέτοια περιγραφή των πραγμάτων περιέχει πράγματι σημαντικές παρατηρήσεις, ωστόσο δεν εξαντλεί όλες τις επόψεις του προβλήματος, έτσι ώστε καθ' αυτήν να δικαιολογεί το συμπέρασμα ότι η εποχή της κρατικής κυριαρχίας τέλειωσε οριστικά. Πρώτα, πρώτα δεν είναι ιστορικά και μεθοδολογικά ορθό να αντιπαραβάλλεται ο τρόπος, με τον οποίον κατανοούσε ιδεολογικά τον εαυτό της η Ευρώπη στο παρελθόν, με ορισμένες πλευρές της σημερινής πλανητικής πραγματικότητας. Ακόμα και στην εποχή της ακμής της η raison d'état διόλου δεν καταφρονούσε την προπαγανδιστική συμμαχία με χριστιανικές και ηθικές (ήτοι οικουμενικές) αρχές, ακριβώς όπως και στον αιώνα μας η ανακήρυξη οικουμενικών ηθικών αρχών σε κατευθυντήριες γραμμές της διεθνούς πολιτικής ευνοούσε κατά μεγάλο μέρος τα συμφέροντα ορισμένων κρατών. Η έννοια του κυρίαρχου κράτους χρησιμοποιούνταν βέβαια ως επιχείρημα στηριζόμενο στο διεθνές δίκαιο όποτε απειλούνταν τα οικεία συμφέροντα και το οικείο κράτος, συχνά όμως ο σεβασμός απέναντι της εξανεμιζόταν, όταν επρόκειτο για το κράτος του άλλου' γιατί συνήθως ο σεβασμός διαρκούσε μόνον όσο τον επέβαλλε ο συσχετισμός δυνάμεων. Γι' αυτόν τον λόγο η κρατική κυριαρχία πάνω στο ευρωπαϊκό έδαφος πήρε μορφή ιδιαίτερα αδρή όταν διαμορφώθηκε ένα σύστημα κρατών, τα οποία είτε ήσαν εξ ίσου ισχυρά είτε μπορούσαν να αντισταθμίσουν την έλλειψη δικής τους ισχύος με τις ενδεδειγμένες συμμαχίες.
Ό,τι ονομάσθηκε «κλασσικό κυρίαρχο κράτος» ευδοκίμησε κάτω από ιδιαίτερες συνθήκες συναφείς με ορισμένο συσχετισμό δυνάμεων ανάμεσα στα μεγάλα ευρωπαϊκά κράτη και άσχετες προς την εσωτερική εξέλιξη του κράτους ως μορφώματος των Νέων Χρόνων με ειδοποιά χαρακτηριστικά. Γι' αυτό και τα κατηγορήματα του κυρίαρχου κράτους αποδίδονταν κατ' ουσία μόνο σε όσα κράτη απάρτιζαν το σύστημα των ευρωπαϊκών Δυνάμεων [σημ. Δ`~. όπως περίπου συμβαίνει σήμερα με τα μη failed states, που τα περισσότερα, πλην ελαχίστων, είναι μέλη της Τριάδας του Βορρά ή σύμμαχοι των Η.Π.Α]...


Ήταν μια κρατική κυριαρχία εδραζόμενη στην ολιγαρχία μερικών κρατών, αν μπορούμε να εκφρασθούμε έτσι, και ξεθώριασε [;] όχι επειδή οι αρχές της έπαψαν να ισχύουν, παρά μάλλον επειδή οι αρχές αυτές επεκτάθηκαν σ' έναν ευρύτερο -αρχικά ευρωπαϊκό και κατόπιν πλανητικό- χώρο, στον οποίο τα κράτη δεν μπορούσαν να σχηματίσουν μεταξύ τους πολιτικούς συνδυασμούς σαν τους παραπάνω.
Ο Ψυχρός Πόλεμος έθεσε πράγματι υπό αμφισβήτηση αυτό το εν μέρει πλασματικό και εν μέρει ριζωμένο στις ευρωπαϊκές ιδιαιτερότητες «κλασσικό κυρίαρχο κράτος». Γιατί η μια παράταξη κήρυσσε στο προγραμματικό επίπεδο την κατάργηση όλων των συνόρων και όλων των κρατών, ήτοι τη συναδέλφωση όλων των λαών στο πλαίσιο μιας αταξικής παγκόσμιας κοινωνίας, θεωρώντας την προσήλωση στο ιδεώδες αυτό κατ' αρχήν σημαντικότερη από την πίστη στο κράτος καταγωγής του ατόμου' η άλλη παράταξη, πάλι, αντιπαρέθετε στην πρακτική του ολοκληρωτισμού τις αρχές της οικουμενικής ηθικής και στην οχύρωση πίσω από το Σιδηρούν Παραπέτασμα το όραμα ενός ανοιχτού και ενιαίου κόσμου.
Αν οι θέσεις αυτές είχαν γίνει πράξη, τότε βέβαια η μορφή και η ουσία του κυρίαρχου κράτους θα χάνονταν. Όμως η πραγματικότητα προχώρησε πιο διαφορισμένα, διοχέτευσε δηλ., τις προγραμματικές διακηρύξεις κατά τέτοιο τρόπο, ώστε στάθηκε δυνατό να υπηρετήσουν ακριβώς το κυρίαρχο εκείνο κράτος, το οποίο θα όφειλαν να καταργήσουν αν λαμβάνονταν στην ονομαστική τους αξία (σημ. i). Από κομμουνιστικής πλευράς ο προλεταριακός διεθνισμός χρησιμοποιήθηκε για τους σκοπούς ενός ορισμένου κυρίαρχου κράτους, δηλ. της Σοβιετικής Ένωσης, ενώ συνάμα κομμουνιστικά κινήματα εξαιρετικού δυναμισμού συνδέθηκαν με εθνικιστικούς στόχους, εφ όσον ο αγώνας ενάντια σε μια καπιταλιστική αποικιοκρατία ωθούσε τον εθνικισμό να ενστερνισθεί τον κομμουνισμό' από τέτοια κινήματα προήλθαν κράτη όπως η Κίνα ή το Βιετνάμ, τα οποία υπεράσπισαν την κυριαρχία τους κατά τρόπο υπερήφανο και μάλιστα «κλασσικό», θα μπορούσαμε να πούμε.
Από την άλλη μεριά, στο δυτικό στρατόπεδο η απόρριψη του προλεταριακού διεθνισμού οδήγησε σε μια θετική αποτίμηση του έθνους και του ανεξάρτητου κράτους ως των φυσικών πολιτικών μονάδων (σημ. ii). Παράλληλα, και στη Δύση ο ηθικός οικουμενισμός συχνά υπηρέτησε τις αυτοκρατορικές βλέψεις του ηγετικού κυρίαρχου κράτους, δηλ. των Ηνωμένων Πολιτειών. Ήδη η μαζική επίκληση των οικουμενικών ηθικών αρχών και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων κατά τη διαμόρφωση της διεθνούς πολιτικής μετά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο είχε δείξει ολοκάθαρα ότι είναι δυνατή η επιλεκτική τους χρήση και η χειραγώγηση της λειτουργίας τους, έτσι ώστε ν' αποτελούν εργαλεία ισχύος στα χέρια ορισμένων κρατών και εναντίον άλλων... Το κυρίαρχο κράτος θα μπορούσε να καταλυθεί χάρη στη διάδοση οικουμενικών αρχών μονάχα αν αυτές λαμβάνονταν στην ονομαστική τους αξία και εφαρμόζονταν με συνέπεια.

---------------------------------------------------------------
Σημειώσεις
(i)
ε) Οι περισσότερες πολιτικές ιδέες που επηρέασαν έντονα την ανθρωπότητα στηρίχθηκαν σε φαινομενικά οικουμενικές αρχές και για τον λόγο αυτόν είχαν, τουλάχιστον στη θεωρία, έναν διεθνή χαρακτήρα... Η απατηλότητα της πίστης στην αποτελεσματικότητα μιας διεθνούς κοινής γνώμης διαχωρισμένης από την εθνική ισχύ μπορεί να επεξηγηθεί ακόμη περισσότερο... η Reductio ad absurdum [Εις άτοπον απαγωγή] της διεθνούς ιδεολογικής προπαγάνδας ως μανδύας για την εθνική πολιτική επήλθε με την υιοθέτηση αρνητικών συνθημάτων, που στόχο είχαν να συνενώσουν σε μια πολιτική συμμαχία εκείνους που δεν συμμερίζονταν καμία θετική ιδεολογία...


(ii)
α) Γράφει ο Παναγιώτης Κονδύλης: Συχνότατα λησμονείται ότι ο μαρξιστικός οικονομισμός συνιστά άμεση κληρονομιά του φιλελευθερισμού. Ακριβώς επειδή ο οικονομισμός είναι σαρξ εκ της σαρκός του φιλελευθερισμού, η αποσύνθεση του ιστορικού υλισμού και της ''οικονομικής ερμηνείας'' της ιστορίας μετά το 1989 όχι μόνον δεν συνεπέφερε την υποχώρηση του οικονομισμού αλλά είχε το αντίθετο αποτέλεσμα.
Την εποχή του ψυχρού πολέμου οι φιλελεύθεροι αντίπαλοι του μαρξισμού ήσαν υποχρεωμένοι να πολεμούν τον ''υλισμό'' υπογραμμίζοντας τους ''πολιτικούς'', ''πνευματικούς'' και λοιπούς μη οικονομικούς παράγοντες. Σήμερα όμως ο δυτικός καπιταλισμός δεν χρειάζεται να ασκεί κριτική από αυτήν τη σκοπιά και μπορεί να δείχνει απροκάλυπτα – και ενίοτε αδιάντροπα – το οικονομιστικό του πρόσωπο, ιεραρχώντας με οικονομιστικά κριτήρια όχι μόνον τους ιστορικούς παράγοντες αλλά και τις ίδιες τις ''πνευματικές αξίες''· όποιος γνωρίζει πχ τις εργασίες της οικονομικής σχολής του Σικάγου θα έχει διαπιστώσει ότι οι ερμηνείες της για την οικογένεια, τη φιλία, τη θρησκεία κτλ ξεπερνούν σε οικονομιστική χυδαιότητα και τις χονδροειδέστερες εκδοχές του ''χυδαίου μαρξισμού''.
---------------------------------------------------------------

.~`~.
II

Η σύντομη αυτή ανασκόπηση θα μας βοηθήσει να δούμε καθαρότερα τη σημερινή συγκυρία, στην οποία η επικράτηση του οικουμενισμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων -μαζί με τη δράση διεθνών οργανισμών (σημ. i) και με τις οικονομικές συγχωνεύσεις- φαίνεται να προαναγγέλει το τέλος του κυρίαρχου κράτους. Στα πλαίσια της τρέχουσας πολιτικής η επικράτηση αυτή ανταποκρίνεται στα ζωτικά συμφέροντα πολλών πλευρών, οι οποίες επιθυμούν να εκφράσουν διάφορες χειροπιαστές απαιτήσεις στη γλώσσα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Από δομική άποψη έχουμε να κάνουμε με μιαν ακόμα πλευρά της μεταφοράς μαζικοδημοκρατικών φαινομένων σε πλανητικό επίπεδο, εφ' όσον στην ηθική γλώσσα του οικουμενισμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων απηχούνται τα κοινωνιολογικά δεδομένα του μαζικοδημοκρατικού κατακερματισμού της κοινωνίας σε μεμονωμένα άτομα και του μαζικοδημοκρατικού πλουραλισμού των αξιών.
Η πρακτική συνέπεια της πλανητικής εφαρμογής τους θα ήταν πάντως η κατάλυση της κρατικής κυριαρχίας μέσω της επέμβασης ξένων Δυνάμεων, οι οποίες θα νομιμοποιούσαν τις ενέργειες τους επικαλούμενες τα ανθρώπινα δικαιώματα' έτσι η σαφής διαχωριστική γραμμή μεταξύ εσωτερικής και εξωτερικής πολιτικής (σημ. ii), χωρίς την οποία δεν μπορεί να υπάρξει κρατική κυριαρχία, θα απαλειφόταν, και αυτό πάλι θα συμβάδιζε με την άμβλυνση των ορίων μεταξύ δημόσιας και ιδιωτικής σφαίρας στο εσωτερικό της μαζικής δημοκρατίας.
Ωστόσο είναι άκρως αμφίβολο αν η πλανητική πολιτική θα διαγράψει ευθύγραμμα αυτή την πορεία και θα αποχαιρετήσει για πάντα το κυρίαρχο κράτος μέσω της συνεπούς εφαρμογής των αρχών της οικουμενικής ηθικής και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Γιατί δεν πρέπει να αναμένεται ότι πρακτικά τελεσφόρες επεμβάσεις στην εσωτερική πολιτική των σημερινών κρατών προς επιβολή των παραπάνω αρχών θα μπορούσαν να επιχειρούνται από όλες τις πλευρές προς όλες τις πλευρές. Οι μεγάλες Δυνάμεις θα αποδειχθούν πολύ πιο ευκίνητες και αποτελεσματικές από την άποψη αυτή, κι έτσι η έμπρακτη διαφορά υποκειμένων και αντικειμένων της πλανητικής πολιτικής θα συνεχίσει να υφίσταται κάτω από το λαμπροστόλιστο περίβλημα της γενικά αναγνωριζόμενης ισότητας, όπως την προβλέπουν τα ανθρώπινα δικαιώματα.
Με άλλα λόγια: ο οικουμενισμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων δεν θα ασκήσει την επήρεια του in abstracto, στην ονομαστική του αξία και ανεξάρτητα από την ιδιοσυστασία των εκάστοτε εκπροσώπων του. Θα την ασκήσει αναγκαστικά μέσω συγκεκριμένων φορέων, οι οποίοι θα τον χρησιμοποιήσουν ως εργαλείο' όταν όμως ένας οικουμενισμός χρησιμοποιείται ως εργαλείο, τότε μερικεύεται ipso facto [εκ των πραγμάτων, αυτόματα], δηλ. τίθεται στην υπηρεσία κρατικών σκοπών.
Στην προοπτική αυτή, η γενική ομολογία πίστεως προς τις αρχές της οικουμενικής ηθικής δεν θα θέσει σε κίνδυνο το κυρίαρχο κράτος, αν αυτό δεν κινδυνεύει λόγω εσωτερικών αδυναμιών' βεβαίως θα είναι υπό διάφορες συνθήκες υποχρεωμένο να παίζει κρυφτούλι, εφ' όσον τουλάχιστον δεν θα προσφεύγει στην ανοιχτή παραβίαση των παραπάνω αρχών. Η τέχνη των προσποιήσεων και των εκλογικεύσεων δεν πρόκειται πάντως να χαθεί από τον κόσμο στην εποχή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

---------------------------------------------------------------
Σημειώσεις
(i)

Πρόκειται για έναν οργανισμό που λειτουργεί πέραν των διεθνών συνόρων, μερικές φορές σε παγκόσμια κλίμακα, που επιδιώκει όσο το δυνατόν περισσότερο να αγνοεί αυτά τα σύνορα και που εξυπηρετεί την ανάπτυξη δεσμών μεταξύ διαφορετικών εθνικών κοινωνιών ή τμημάτων αυτών των κοινωνιών. Περιλαμβάνει πολυεθνικές εταιρίες, όπως την General Motors ή τη Unilever' πολιτικά κινήματα, όπως το Κομμουνιστικό Κόμμα ή τον Οργανισμό Αλληλεγγύης των Τριών Ηπείρων' διεθνείς μη κυβερνητικές οργανώσεις, όπως επιστημονικούς και επαγγελματικούς συλλόγους' θρησκευτικές ενώσεις, όπως τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία' και διακυβερνητικές υπηρεσίες που λειτουργούν πέραν των συνόρων, όπως την Παγκόσμια Τράπεζα... Συχνά υποστηρίζεται ότι αυτοί οι διεθνικοί οργανισμοί ή ορισμένοι από αυτούς, επειδή παρακάμπτουν το σύστημα κρατών και συμβάλλουν άμεσα στη σύνδεση της παγκόσμιας κοινωνίας ή της παγκόσμιας οικονομίας, επιφέρουν το τέλος του συστήματος κρατών...

β) Υπάρχει αφθονία αυτοπροσδιοριζόμενων εκπροσώπων του κοινού καλού του «διαστημοπλοίου γη» ή «αυτού του πλανήτη που κινδυνεύει». Ωστόσο οι απόψεις αυτών των ιδιωτών, όποια αξία και να έχουν, δεν είναι αποτέλεσμα κάποιας πολιτικής διαδικασίας προώθησης και σύνθεσης συμφερόντων. Καθώς δεν επικυρώνονται από μια τέτοια πολιτική διαδικασία, οι απόψεις αυτών των ατόμων συνιστούν έναν ακόμη λιγότερο έγκυρο οδηγό για το κοινό καλό της ανθρωπότητας από ό,τι οι απόψεις των εκπροσώπων κυρίαρχων κρατών, ακόμη και εκείνων με μη αντιπροσωπευτικά ή τυραννικά καθεστώτα, που έχουν τουλάχιστον δικαίωμα να μιλούν για κάποιο μέρος της ανθρωπότητας ευρύτερο από τον εαυτό τους. Ούτε έχουν οι εκπρόσωποι των μη κυβερνητικών ομάδων τέτοιου είδους εξουσία' μπορεί να μιλούν με κύρος για το συγκεκριμένο αντικείμενο τους, αλλά το να καθορίζουν τα συμφέροντα της ανθρωπότητας ισοδυναμεί με το να αξιώνουν ένα είδος εξουσίας που μπορεί να παρασχεθεί μόνο από μια πολιτική διαδικασία... Αν όμως αναγκαζόμασταν να ψάξουμε μέσα από τις απόψεις των κρατών, και ειδικά των κρατών που συναθροίζονται σε διεθνείς οργανισμούς, για να ανακαλύψουμε το παγκόσμιο κοινό καλό, τούτο θα οδηγούσε σε διαστρέβλωση της πραγματικότητας. Οι οικουμενικές ιδεολογίες που ασπάζονται τα κράτη είναι πασίγνωστο ότι εξυπηρετούν τα ιδιαίτερα συμφέροντα τους και οι συμφωνίες που συνάπτονται μεταξύ κρατών είναι γνωστό ότι είναι περισσότερο προϊόντα διαπραγμάτευσης και συμβιβασμού παρά προϊόντα κάποιου ενδιαφέροντος για τα συμφέροντα της ανθρωπότητας ως συνόλου.

Τυπικά (και δημοφιλή) παραδείγματα όσων περιγράφονται στη σημείωση β)

Και βέβαια -πρόσφατα- παρελειπόμενα



(ii)
Διεθνής κοινωνία, civitas maxima, υπερ-κράτος. Εδώ βρίσκεται όλη η ουσία. Η όλη προσπάθεια, κυρίως από τον 16ο αιώνα και έπειτα, είναι να εξομοιωθούν οι διεθνείς σχέσεις με την εσωτερική πολιτική (Civitas Maxima, διεθνής κοινωνία, παγκόσμιο κράτος, ανθρώπινα δικαιώματα, οικουμενικές αξιώσεις ισχύος). Υπάρχουν ορισμένοι τρόποι για να συμβεί αυτό, ήδη έχω αναφερθεί στον έναν (δογματικός ιμπεριαλισμός ή θεωρία του εκλεκτού λαού, ή της αυτοκρατορικής θείας κλήσης), θα αναφερθώ και στους υπόλοιπους (δογματική ομοιομορφία και κοσμοπολιτισμός). Η εξομοίωση των διεθνών σχέσεων με την εσωτερική πολιτική είναι αυτό που επιδιώκουν όλες αυτές οι δυνάμεις-θεωρίες με διάφορες παραλλαγές.
---------------------------------------------------------------

.~`~.
III

Ώστε παρά τη μικρότερη ή μεγαλύτερη σύμφυρση εσωτερικής και εξωτερικής πολιτικής εξ αιτίας της γενικής αποδοχής των οικουμενικών ηθικών αρχών διόλου δεν θα επέλθει υποχρεωτικά η κατάργηση των ορίων μεταξύ τους και επομένως και η κατάλυση του κυρίαρχου κράτους. Μάλλον θα συμβεί και εδώ ό,τι και με τη διαπλοκή των οικονομιών: τα σύνορα γίνοται (πολύ) πιο διαβατά, όμως δεν πέφτουν, αλλά παραμένουν κάπου στο βάθος, ως ultima ratio σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης. Το κυρίαρχο κράτος απέχει ακόμα σήμερα πολύ από το να έχει απεμπολήσει σε τέτοιο βαθμό τον εαυτό του, ώστε να μην μπορεί οποτεδήποτε να πάρει πίσω ότι εκχώρησε με τη θέληση του σ' αυτήν ή την άλλη μορφή - αν βέβαια διαθέτει την έμπρακτη ισχύ για να το κάμει.
Δεν είναι σωστό να υπερτιμάται η πολιτική σημασία του διεθνούς δικαίου η των διεθνών οργανισμών και να ερμηνεύονται οι προσπάθειες προς επέκταση τους ως σκόπιμες και αναντίστρεπτες ενέργειες προκειμένου να καταργηθεί το κυρίαρχο κράτος. Οι ρυθμίσεις του διεθνούς δικαίου και οι διεθνείς οργανώσεις έχουν γίνει απαραίτητες λόγω της πυκνότητας, η οποία χαρακτηρίζει πλέον την πλανητική πολιτική, όμως παραμένει ανοιχτό αν θα αποτελέσουν το πεδίο της κοινής συννενόησης ή το πεδίο μάχης...
Εξ ίσου εσφαλμένο θα ήταν να συγκεντρώσουμε αποκλειστικά την προσοχή μας στα φαινόμενα εκείνα της μαζικοδημοκρατικής ζωής, τα οποία οι οδυρόμενοι επικριτές του σύγχρονου πολιτισμού τα θεωρούν ενδείξεις σήψεως, ενώ διάφοροι αβλαβείς «εναλλακτικοί» τα βλέπουν ως σίγουρα σημεία χειραφέτησης, να τα προβάλουμε ευθύγραμμα στο μέλλον, να προφητεύουμε τη διόγκωση τους δίκην χιονοστιβάδος και να τα εκλάβουμε ως την αρχή του ελπιδοφόρου ή εφιαλτικού τέλους του κυρίαρχου κράτους.
Αναμφίβολα, μέσα στις ανεπτυγμένες μαζικές δημοκρατίες συχνά γεννιέται η εντύπωση ότι η κρατική εξουσία έχασε το αδιαφιλονίκητο κύρος της, ότι κράτος και ιδιώτες βρίσκονται πάνω στο ίδιο επίπεδο ή ότι η διάδοση ηδονιστικών στάσεων υπονομεύει τα ιδεολογικά και ψυχολογικά θεμέλια του κράτους. Εδώ πρέπει να πούμε δυο πράγματα.
Πρώτον, πρέπει να υπογραμμισθεί η δομική αναγκαιότητα τέτοιων φαινομένων για τη λειτουργία της μαζικής δημοκρατίας ως οικονομίας και ως θεσμικού πλέγματος' βέβαια, δεν είναι δυνατό να προβλεφθούν όλες οι παρενέργειες και τα συμπαρομαρτούντα τους, ωστόσο πολλοί κοινωνικοί σχηματισμοί στην ίσαμε τώρα ιστορία αποδείχθηκαν ανθεκτικοί, μολονότι έζησαν με αμφιλεγόμενους θεσμούς και επαμφοτερίζουσες κοινωνικές στάσεις. Δεύτερον, δεν είναι σωστό να θεωρούνται φαινόμενα, τα οποία δίνουν εξωτερικά τον τόνο σε σχετικά ήσυχες και ευημερούσες εποχές, ως καίρια ή αποφασιστικά σε κάθε μελλοντική κατάσταση. Το κυρίαρχο κράτος θα κάνει έντονα αισθητή τη παρουσία του μέσα στην ανεπτυγμένη μαζική δημοκρατία, όταν στον ορίζοντα προβάλει κάποιος εσωτερικός ή εξωτερικός κίνδυνος ή όταν μια ξαφνική μεταβολή της συγκυρίας επιβάλλει αναπροσανατολισμούς.
Τους λόγους, για τους οποίους το κυρίαρχο κράτος είναι απαραίτητο στις λιγότερο ανεπτυγμένες μαζικές κοινωνίες, θα τους αναφέρουμε συζητώντας το πρόβλημα του εθνικισμού.

Και στις δυο περιπτώσεις δεν υπάρχει σήμερα εναλλακτική λύση προς το κράτος ως μορφή οργάνωσης.

.~`~.
IV

Αναφέραμε ήδη τη «νεοφιλελεύθερη» υπερτίμηση της λειτουργικής αυτοτέλειας της ιδιωτικής οικονομίας καθώς και τα νέα, κατ' εξοχήν πολιτικά καθήκοντα που αναλαμβάνει το κράτος καθώς συγχωνεύεται η πολιτική με την οικονομία. Η ιδιωτική οικονομία δεν μπορεί να αναπτυχθεί χωρίς ισχυρές θεσμικές εγγυήσεις και χωρίς το πλαίσιο της κρατικής οικονομικής και δημοσιονομικής πολιτικής' θα ήταν παραπλανητικό να παραβλέψουμε την εσώτερη συνάρτηση ανάμεσα στη γενική διεύρυνση των κρατικών λειτουργιών και τη γενική άνθηση της ιδιωτικής οικονομίας μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, μολονότι από την άλλη πλευρά είναι γνωστές οι συνέπειες της διογκωμένης γραφειοκρατίας.
Εν πάση περιπτώσει η ιδιωτική οικονομία συχνότατα ζει άμεσα από το γεγονός ότι το κράτος αναθέτει σε ιδιώτες διάφορες εργασίες αντί να τις εκτελέσει το ίδιο - και τότε ίσως ζει και καλύτερα, όπως αφήνει να εννοηθεί ο ζήλος της όταν επιδιώκει την ανάληψη δημοσίων έργων.
Η έμπρακτη οικονομική αναγκαιότητα του κράτους γίνεται εμφανέστερη, όταν αναλογισθούμε σε ποιόν απευθύνονται οι διαμαρτυρίες και τα αιτήματα όποτε τελματώνεται η ιδιωτική οικονομία. Με άλλα λόγια, η ιδιωτική οικονομία δεν μπορεί να εγγυηθεί τίποτε ούτε να αναλάβει ευθύνες για τίποτε, εφ' όσον πρόκειται για υποθέσεις γενικού συμφέροντος. Όμως μονάχα η στάθμιση του γενικού συμφέροντος (αδιάφορο ποιός το ερμηνεύει δεσμευτικά σε κάθε περίπτωση) μπορεί να εμποδίσει τη βαθμιαία διολίσθηση στην ανομία και επομένως και την κατάρρευση της οικονομικής δραστηριότητας, προ παντός όταν αυτή είναι άκρως περίπλοκη. Η έμπρακτη αυτονόμηση μιας διεθνοποιημένης ιδιωτικής οικονομίας πάνω από τα κεφάλια των αποδυναμωμένων κρατών θα συνεπέφερε μια κατάσταση βαθιάς ανομίας, δηλ. την επιστροφή στον νόμο της ζούγκλας.
Όμως, έτσι όπως είναι σήμερα διαρθρωμένη η παγκόσμια κοινωνία, η ανομία μπορεί να καταπολεμηθεί μονάχα με τα παραδοσιακά μέσα του κυρίαρχου κράτους. Τούτη η σύνδεση οικονομικών λειτουργιών με το γιγάντιο μελλοντικό έργο της συγκράτησης της ανομίας θα αποτελέσει μέσα στην ερχόμενη φάση της πλανητικής πολιτικής το θεμέλιο εκείνο, πάνω στο οποίο το κυρίαρχο κράτος θα εξακολουθήσει να υπάρχει σε παλαιότερες και νεότερες μορφές (i). Ασφαλώς είναι περιττό να τονίσουμε ιδιαίτερα τον ρόλο των εξωτερικών συγκρούσεων ή των εκτάκτων καταστάσεων για τη διατήρηση και ενδεχομένως την ενίσχυση του.
Κλείνουμε λοιπόν με την παρατήρηση ότι, κοντά σ' όλα αυτά, η κρατική οργάνωση θα είναι το καταφύγιο τόσο των μεγάλων όσο και των μικρών εθνών μπροστά στις πολιτικές αβεβαιότητες των αρχών της οικουμενικής ηθικής και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Μόνον ως οργανωμένη κρατική ισχύς μπορεί ένα μεγάλο ή μικρό έθνος να αντισταθεί σε ερμηνείες αυτών των αρχών, τις οποίες θεωρεί ως προπέτασμα για επικίνδυνες ορέξεις άλλων εθνών.
Μόνον ως κράτος μπορεί ένα μεγάλο έθνος να αντιμετωπίσει σε περίπτωση ανάγκης ακόμα και ολόκληρη τη διεθνή κοινότητα. Και μόνον ως κράτος μπορεί ένα μικρό έθνος να μιλήσει ως ίσος προς ίσον μ' ένα μεγάλο έθνος, εφ' όσον τόσο το μικρό όσο και το μεγάλο έθνος αποτελούν, το καθένα για τον εαυτό του, ένας κράτος.

Πλανητική Πολιτική μετά τον Ψυχρό Πόλεμο
Εκδ. Θεμέλιο

---------------------------------------------------------------
Σημειώσεις
(i)
Γράφει σε άλλο σημείο του ίδιου έργου ο Παναγιώτης Κονδύλης: Μαζικές δημοκρατίες δυτικού τύπου θα υπάρχουν δίπλα σε αυταρχικούς ψευδοκοινοβουλευτισμούς και καισαρικά καθεστώτα ή αναπτυξιακές δικτατορίες - και οικονομικά ή εθνικά συνεκτικοί χώροι δίπλα σε πολυεθνικά κράτη ή γλωσσικά και θρησκευτικά χαλαρές κρατικές κοινότητες. Στην προοπτική αυτή μπορούμε να φαντασθούμε την παγκόσμια κοινωνία σαν μια παρδαλή μαζική κοινωνία...

.~`~.