16 Μαΐου 2013

Για τη μορφοποίηση και την πορεία της πολιτισμικής ιστορικότητας της «Δύσης».


.~`~.
I

α´
Μόνο η ιουδαιοχριστιανική παράδοση προσπάθησε να κατανοήσει το παρελθόν και το μέλλον ως κανονιστικές προοπτικές της ύπαρξης και να δείξει μέσα στην ιστορία την αποκάλυψη και την υλοποίηση μιας αλληλουχίας στόχων που υπερβαίνουν εκείνους της φύσης και του κόσμου. Στην πραγματικότητα, η ιστορική συνείδηση εμφανίζεται για πρώτη φορά στους Εβραίους προφήτες και στην εβραϊκή πνευματικότητα που βλέπει στον Ιεχωβά τον Θεό της ιστορίας, που έζησε και ζει μαζί με τον λαό του. Αυτός ο Θεός δεν είναι σαν τον αριστοτελικό Θεό, ένας Θεός ο οποίος ενατενίζει έναν αιώνιο κόσμο, που υπάρχει ανεξάρτητα από αυτόν. Είναι ένας Θεός δημιουργός, που έβγαλε τον κόσμο από το μηδέν και τον διατηρεί στην ύπαρξη με μια πράξη θέλησης.
Από την άλλη πλευρά, αυτός ο Θεός εμφανίζεται ουσιαστικά  με την εξόχως ιστορική πράξη της Διαθήκης, που τον συνδέει με τον εκλεκτό λαό ενώ η ιστορία είναι η ίδια η ιστορία των σχέσεων ανάμεσα στον Θεό και το λαό του, της πίστης και των απιστιών του Ισραήλ.

Η ιουδαιοχριστιανική αντίληψη ενός Θεού που υπερβαίνει τον κόσμο απαξίωσε τον κόσμο και τον μεταμόρφωσε σε αντικείμενο δημιουργίας, σε δημιούργημα. Η ιδέα της δημιουργίας τοποθετεί τον Θεό ως θέληση υπεράνω του κόσμου' οι σκέψεις του Θεού είναι ουσιαστικά πράξεις θελήσεως, γεγονότα, και ο κόσμος είναι το έργο του...

Οι Έλληνες αναζητούσαν τη «σωτηρία» στη γνώση και την ενατένιση του κόσμου ο οποίος ήταν ολόκληρος αρμονία... Αντίθετα εδώ όλα είναι βασισμένα στον Θεό, ο Θεός μόνο έχει σημασία... Το αίνιγμα που τίθεται από τη ρευστότητα του κόσμου λύνεται με τη βεβαιότητα της αιωνιότητας του Θεού. Η φύση όχι μόνο δεν εγγυάται με την αιώνια παρουσία της τη δυνατότητα της σωτηρίας, αλλά έχει σπιλωθεί από την αμαρτία και την ατέλεια του ανθρώπου. Για του Έλληνες, η φύση του σφάλματος αποκαλύπτεται στην ύβριν [δες (i) και (ii)], η οποία βιάζει [πάρα-βιάζει] τη διατεταγμένη από την αιώνια Δικαιοσύνη του κόσμου τάξη και είναι αυτή ακριβώς η Δικαιοσύνη που μοιάζει με τη «γεωμετρική ισότητα», για την οποία ο Πλάτων έλεγε  ότι είναι «παντοδύναμη στους ανθρώπους και στους θεούς», και η οποία σώζει τα όντα και διατηρεί τον κόσμο. Εδώ, η ενοχή δεν πηγάζει από πουθενά...

...η τελική σωτηρία θα ανευρεθεί στη δυνατότητα εκμηδενισμού που συνοδεύει συνεχώς την ύπαρξη, στην εσχατολογική αμεσότητα του Μηδενός που θα εκμηδενίσει όλες τις βεβαιότητες της λογικής και θα αποσπάσει οριστικά τον άνθρωπο από τους φυσικούς καθορισμούς του είναι... Η απελευθερωτική έξαρση δεν είναι πλέον παρά μια κραυγή έκστασης που καλεί στο απελευθερωτικό τέλος των πάντων. Αυτό που οι Έλληνες θεωρούσαν τη μοναδική και αιώνια πραγματικότητα δεν είναι εδώ παρά ένα αντικείμενο στερημένο από κάθε δύναμη, το οποίο μπορεί να διαλυθεί ξαφνικά από τη θέληση του υπερφυσικού Θεού...

«Ας έλθει το βασίλειο σου και ας καταστραφεί ο κόσμος!».
Αυτή η προσευχή των πρώτων χριστιανών ανύψωνε τα περσικά και εβραϊκά οράματα της αποκαλύψεως που προηγήθηκαν του χριστιανισμού σε μια ακραία τραγική βία' προϋπέθετε πως είχε ήδη ολοκληρωθεί η αναμονή που επρόκειτο να μετασχηματίσει ριζικά τον ορίζοντα του κόσμου.

Ο χριστιανισμός κληρονόμησε από την Παλαιά Διαθήκη την ιδέα ενός μοναδικού Θεού, δημιουργού του σύμπαντος, και η ιδέα της δημιουργίας ex nihilo, εκ του μηδενός, που είναι η ίδια βιβλικής προέλευσης, έγινε τεχνικός όρος που χρησιμοποιήθηκε από όλους του χριστιανούς συγγραφείς για να περιγραφεί το έσχατο θεμέλιο του σύμπαντος. Έτσι ότι άρχισε έπρεπε και να τελειώσει όταν το δράμα ολοκληρωθεί...

Ο κόσμος γίνεται ένα απλό επεισόδιο σε μια ιστορία που δεν πηγάζει απ' αυτόν... Παράλληλα με αυτή την εσχατολογική υποτίμηση του κόσμου, μια άλλη αντίληψη εμφανίζεται... Το πνεύμα και ο κόσμος που μέχρι τότε συμβάδιζαν χωρίζονται. Το υποκείμενο διαχωρίζεται από τον κόσμο, στον οποίο δεν βλέπει ένα είναι, αλλά μονάχα μια πρόσκαιρη κατάσταση, ένα «σχήμα»...
«Και ο κόσμος παράγεται και η επιθυμία αυτού»: η μόνη ουσία είναι η επιθυμία... Ο κόσμος είναι ένα φαινόμενον που δεν παίρνει σώμα και υπόσταση παρά μόνο με την κατάσταση δουλείας που χαρακτηρίζει τον άνθρωπο της «ψυχής» ο οποίος έχει περιοριστεί στη ζωή των επιθυμιών. Ο όρος κόσμος παίρνει μια καθαρά ανθρωπολογική έννοια...


β´
Βρισκόμαστε στους αντίποδες της της αρχαίας λατρείας του κόσμου. Τη μέρα που ο Παύλος αντιπαρέθεσε την απελευθέρωση μέσω του Ιησού με την αλλοτινή δουλεία στα στοιχεία, «τα στοιχεία του κόσμου», η ανατροπή όλων των αρχαίων αξιών είχε επιτέλους βρει τη διατύπωση της. Αυτά τα «στοιχεία», που, από τους Ίωνες μέχρι τον Πλώτίνο, ο ελληνισμός θεωρούσε αδιάφθορα, εγγυητές της αιωνιότητας του κόσμου, θεωρούνται τώρα δαιμονικές δυνάμεις οι οποίες υποδουλώνουν τον άνθρωπο και τον αποξενώνουν από την αληθινή του πατρίδα... Έτσι, τα «στοιχεία», από θεμέλια του τέλειου και αιώνιου κόσμου που ήταν για τους Έλληνες, μεταμορφώθηκαν σε κακοποιούς και τυράννους ενός αβυσσαλέου κόσμου, για να δουν τελικά τη δύναμη τους να εκπνέει στο κατώφλι του απελευθερωτικού φωτός.

Έτσι ο κόσμος απογυμνώθηκε από το ιερό και ο άνθρωπος πείστηκε ότι μόνο η ψυχή του είναι θεία και πνευματική. Και αυτός ακριβώς ο γνωστικός και χριστιανικός ανθρωποκεντρισμός χώρισε με τον πιο αποφασιστικό τρόπο τους τελευταίους αντιπροσώπους του ελληνισμού από τη νέα σκέψη.

Ορίστε, έλεγε ο Πλωτίνος, στο μεγάλο δοκίμιο του για τους γνωστικούς, «ορίστε άνθρωποι που δεν διστάζουν να αποκαλούν αδελφούς τους πλέον φαύλους ανθρώπους' αλλά δεν καταδέχονται να δώσουν το ίδιο όνομα στον ήλιο, στα άστρα του ουρανού, ούτε καν στη ψυχή του κόσμου, τόσο πολύ πλανάται η γλώσσα τους». «Σύμφωνα μ' αυτούς οι άνθρωποι, ακόμη και οι πιο κακοί, έχουν μια ψυχή θεία και αθάνατη και ολόκληρος ο ουρανός με τ' άστρα του δεν διαθέτει αθάνατη ψυχή! Ο ουρανός είναι όμως παρ' όλα αυτά φτιαγμένος από πράγματα πολύ πιο όμορφα και αγνά από εμας».

Σε αυτή την εξύψωση του ανθρώπου, ο Πλωτίνος αντιπαραθέτει με επιμονή την παλιά ελληνική μετριοφροσύνη: «Αν ο άνθρωπος είναι πολυτιμότερος από τα άλλα ζώα, τα ουράνια σώματα αξίζουν ακόμη περισσότερο, αφού βρίσκονται στο σύμπαν, όχι για είναι τύραννοι του, αλλά για να του προσφέρουν τάξη και ομορφιά»: το αληθινό μεγαλείο του ανθρώπου συνίσταται στο ότι «στρέφεται προς το παν» και καθόλου στο ότι στρέφει τα πάντα προς τον εαυτό του.

Ήδη ο ύστερος ιουδαϊσμός είχε τοποθετήσει τον άνθρωπο στο κέντρο του σύμπαντος: ο κόσμος φτιάχτηκε για τον άνθρωπο και όχι ο άνθρωπος για τον κόσμο... Το ελληνικό σύμπαν έμοιαζε να καταρρέει αιφνιδιαστικά. Είναι αλήθεια ότι οι Έλληνες Πατέρες, θρεμμένοι από τον πλατωνισμό, έβλεπαν στο μεγαλείο της δημιουργίας μια θεοφάνεια, μια μερική και περιορισμένη έκφραση της θείας τελειότητας, αλλά δεν μπορεί πλέον να γίνει λόγος για μια φιλοσοφία ή μια επιστήμη της φύσης που θα εξέφραζε τον Λόγο του κόσμου...

Μπορούμε έτσι να καταλάβουμε γιατί η αντίληψη μιας φύσης που διαθέτει μια δομή αφ' εαυτής και μια λογική για τον εαυτό της δεν μπόρεσε να επανεμφανιστεί παρά χάρη στην ανακάλυψη της αριστοτέλειας φυσικής τον 13ο αιώνα. Αλλά ότι έχασε η φύση σε αυτονομία το κέρδισε σε βάθος η ιστορία. Η ιδέα της ενότητας της παγκόσμιας ιστορίας, η περιοδοποίηση της ιστορίας από την αρχή μέχρι το τέλος των αιώνων, η αντίληψη της προοδευτικής πορείας του ανθρώπινου γένους που προχωρά σε διαδοχικές «εποχές» από την άγνοια προς την αλήθεια, από το χρόνο στην αιωνιότητα -όλες αυτές οι κατευθυντήριες ιδέες της σύγχρονης ιστορικής συνείδησης δεν έγιναν δυνατές και δεν μπορούσαν να γίνουν κατανοητές παρά χάρη στην ιουδαιοχριστιανική εικόνα της ιστορίας...


γ´
Η παγκόσμια χρονολογία, που εφευρέθηκε από τον Ισήδωρο της Σεβίλλης τον 7ο αιώνα, όπου τα πάντα χρονολογούνταν πριν και μετά τη γέννηση του Χριστού, δείχνει ποιό ήταν το προοπτικό κέντρο απ' όπου πήγαζε το φως που έδινε νόημα σε όλα τα γεγονότα... η ιδέα της μυστικιστικής ενότητας της ανθρωπότητας στον Ιησού Χριστό έκανε για πρώτη φορά δυνατή την αντίληψη μιας ιστορίας που περιλαμβάνει το σύνολο της ανθρωπότητας: μια οικουμενική αντίληψη της ιστορίας που συγκεκριμενοποίηθηκε στην υιοθέτηση ενός ενιαίου χρονολογικού πλαισίου για όλα τα γεγονότα.
Οι αιώνες χάνονταν μέσα σε ονειρικές οπτασίες, αλλά, μαζί με την ιδέα της ενότητας του ανθρώπινου γένους, επιβαλλόταν και η ιδέα του χωρισμού της παγκόσμιας ιστορίας σε ένα πολύ συγκεκριμένο αριθμό περιόδων: σε έξι περιόδους που αντιστοιχούσαν στις έξι μέρες της βιβλικής δημιουργίας ή σε τέσσερις εποχές που αντιστοιχούσαν στις τέσσερις αυτοκρατορίες που αναφέρονται στο βιβλίο του Δανιήλ.

Το σχήμα των τεσσάρων εποχών, που προέρχεται από μια μυστικιστική αντίληψη των μυστηρίων της προνοιακής τάξης του Θεού και αποτελεί, στην πρωταρχική του μορφή, τμήμα μιας τεράστιας αποκαλυψιακής φιλολογίας την οποία κληρονόμησε ο χριστιανισμός, επέπρωτο παραδόξως να ασκήσει κυρίαρχη επιρροή στη σύγχρονη σκέψη... Σε αυτό το σχήμα ο Χέγκελ θυσιάζει τη διαλεκτική του όταν, αντίθετα με την τριαδική σχηματικότητα που βρίσκουμε παντού αλλού στο έργο του και της οποίας κάνει μια μόνιμη κατάχρηση, μας προσφέρει μια εικόνα της «παγκόσμιας» ιστορίας χωρισμένης σε «τέσσερις αυτοκρατορίες», η οποία καταλήγει σε μια αληθινή επιφάνεια του Θεού...
Ο Βολταίρος ειρωνεύονταν τον Μποσσυέ που άφηνε την ιστορία της Κίνας έξω από το σχήμα του για την προνοιακή ιστορία [ο François Jullien μας θυμίζει το ερώτημα του Πασκάλ «Ποιος είναι πιο πειστικός από τους δύο - ο Μωυσής ή η Κίνα;»]. Όμως η εκκοσμικευμένη θεολογία της προόδου, αυτή του Χέγκελ και πολύ περισσότερο αυτή του Μαρξ, δεν έκανε τίποτα άλλο από το να... να στενεύει ακόμη περισσότερο την εικόνα της ιστορίας. Θα νόμιζε κανείς ότι ο Μαρξ ήταν αρκετά προφυλαγμένος απέναντι σε αυτή την οφθαλμαπάτη που βρίσκεται στη βάση της «λεγόμενης ιστορικής εξέλιξης». Αυτή η ιδέα, έλεγε, «στηρίζεται γενικά στο γεγονός ότι ο έσχατος κοινωνικός σχηματισμός θεωρεί τους προηγούμενους σχηματισμούς ως σταθμούς που οδηγούν στον ίδιο».

Δεν θα μπορούσε να ειπωθεί καλύτερα. Αλλά γιατί η ίδια του η αντίληψη θα ξέφευγε από έναν τέτοιο αντικατροπτισμό; Γιατί προφανώς δεν «ξαναέστηνε τη διαλεκτική στα πόδια της», υποκαθιστώντας την εγελιανή ιδέα των «τεσσάρων ιστορικών αυτοκρατοριών» με μια εικόνα που οι τέσσερις «τρόποι παραγωγής, ο ασιατικός, ο αρχαίος, ο φεουδαρχικός και ο αστικός» παρουσιάζονταν ως «αλληλοδιαδοχές εποχές του οικονομικού σχηματισμού της κοινωνίας».
Η υποκατάσταση της «προοδευτικής σχηματοποίησης της ελευθερίας» από τον «οικονομικό σχηματισμό της κοινωνίας» δεν ήταν πολύ πιο «επιστημονική» ή «υλιστική» από τις πραγματείες του Παύλου Ορόζιου...

Στον χριστιανισμό οφείλουμε την εισαγωγή στη φιλοσοφία της ιδέας της προόδου και της ιστορικότητας του ανθρώπου, ως θεμελιακού χαρακτηριστικού της δομής της. Ταυτόχρονα με την αρχαία ιδέα του κόσμου κατέρρεε και η κυκλική αντίληψη του χρόνου, η οποία εξ άλλου πηγάζει από αυτήν. Η εικόνα του κύκλου, που αντιπροσώπευε για τους αρχαίους το κατ' εξοχήν σύμβολο της τελειότητας και της αιωνιότητας, υποδεικνύει σήμερα το μέγιστο αμάρτημα ενός κόσμου που έζησε χωρίς ελπίδα.
Ο Αριστοτέλης δεν έβλεπε κανένα μειονέκτημα στο να συγκρίνει την ανθρώπινη ζωή με έναν «φαύλο κύκλο»...
Η ύπαρξη του χριστιανού είναι ολοκληρωτικά θρεμμένη από την ελπίδα, ολοκληρωτικά στραμμένη προς το μέλλον... Έτσι εισάγεται η έννοια ενός χρόνου προσανατολισμένου σε μια προοδευτική κατεύθυνση, ένα πριν και ένα μετά, ένα παρελθόν που πηγαίνει από τη δημιουργία στην πτώση, από την πτώση στη λύτρωση, ένα μέλλον που πηγαίνει από τη λύτρωση στο τέλος των αιώνων: η εγκόσμια ιστορία στηρίζεται κι αυτή στην ιερή ιστορία, η οποία ζωοδοτεί και της δίνει ένα νόημα προνομιούχο σε σχέση με τις «μάταιες επαναλήψεις» της φυσικής ζωής.


.~`~.
II
α´
Οι Προσωκρατικοί συλλαμβάνουν, για πρώτη φορά στην ιστορία του κόσμου, το είναι εν τω γίγνεσθαι της Ολότητας (παντός είναι) ως Λόγο και Αλήθεια της θεϊκής και ακατάλυτης Φύσεως. Για τον Ηράκλειτο ο έρωτας της Σοφίας (το σοφόν) σημαίνει: να συλλαμβάνουμε με φιλικότητα -διαμέσου πολέμου και αρμονίας- το Εν-Όλον (εν πάντα είναι), την Φύσιν, την ενότητα όλων όσων φανερώνονται και όσων αποκρύπτονται, το είναι εν τω γίγνεσθαι της ολότητας του κόσμου, και να εκφράσουμε μέσω της ανθρώπινης γλώσσας το ρυθμό του Λόγου. Ο Πλάτωνας και ο Αριστοτέλης, οι δύο κλασσικοί φιλόσοφοι της Ελλάδας, και όχι μόνο της Ελλάδας, με πρόδρομο τον Σωκράτη, στον αγώνα τους ενάντια στους σοφιστές «διαχωρίζουν» το είναι από τη σκέψη, θεμελιώνουν τη φιλοσοφία ως φιλοσοφία, δηλαδή μεταφυσική, και ανοίγουν έτσι το δρόμο για το δυϊσμό. Η ελληνική σκέψη σκέπτεται -ενατενίζει- τα φαινόμενα της Φύσεως και, μετά τον Πλάτωνα που αποσύνδεσε τις ιδέες από τα πράγματα, προσπαθεί να συλλάβει τη μεταφυσική, και μάλιστα θεολογική, σημασία τους. Κατά τον Αριστοτέλη, κάθε πρώτη φιλοσοφία αποκορυφώνεται πάντως ακόμη στο ερώτημα: 
«Τι εστί είναι (της ολότητας του κόσμου);».

Οι σκεπτικιστές φιλόσοφοι στρέφουν το όπλο της σκέψης ενάντια στη σκέψη, οι Στωικοί και οι Επικούρειοι, αφού έχει διαρρηχθεί η πρωταρχική ενότητα αποζητούν να στηριχθούν στην αυτοσυνείδηση. Κατόπιν, η ελληνική σκέψη συναντά την χριστιανική πίστη -της οποίας προηγήθηκε η ιουδαϊκή αποκάλυψη- και ο Πλωτίνος αναζητεί επίσης να αποκαταστήσει την έννοια της (χαμένης) ενότητας. Η Ρώμη, κατακτώντας την Ελλάδα, αναπτύσσεται σ' ένα ουσιαστικά κοινωνικό και πρακτικό πεδίο και μετατρέπει παν είναι σε res. Αλλά η Ρώμη δεν αποφεύγει μ' αυτό τον τρόπο το χαμό της...

Ο αρχαίος κόσμος πεθαίνει και η ιουδαιο-χριστιανική παράδοση αναπτύσσεται, ανοίγοντας έναν άλλο ορίζοντα. Η ολότητα παντός είναι, ο κόσμος, θεωρείται τώρα ως δημιουργημένος εκ του μηδενός, ex nihilo, από το κατ' εξοχήν ον, το Θεό. Ο κόσμος δεν είναι πια γίγνεσθαι της φύσεως, αλλά Δημιουργία που θα γνωρίσει την Αποκάλυψη. Οι άνθρωποι, ζώντας υπό το στίγμα της αμαρτίας, αναμένουν την τελική Λύτρωση, η οποία κατέστη δυνατή χάρη στη θυσία του Θεού που έγινε Άνθρωπος και πέθανε για τους ανθρώπους. Το ανθρώπινο πρόσωπο φέρει τοιουτοτρόπως το θείο μήνυμα και γίνεται εστία του δράματος. Ο άνθρωπος, πλασμένος κατ' εικόνα του Θεού, δημιουργεί έργα, αγωνιζόμενος ακατάπαυστα ενάντια στη φύση και τη σάρκα για το θρίαμβο του Πνεύματος. Οι άνθρωποι κινούμενοι επί της γης, δημιουργώντας και τεκνοποιώντας, οφείλουν να προσβλέπουν μόνο στον ουρανό, ξέροντας πως ο αληθινός κόσμος είναι ένα επέκεινα. Οι Εβραίοι προφήτες, η Παλαιά και η Καινή Διαθήκη, ο άγιος Αυγουστίνος και σύνολος ο μυστικισμός και ο σχολαστικισμός συντηρούν αυτή την παράδοση η ισχύς της οποίας προεκτείνεται ως τη Μεταρρύθμιση...

Το τρίτο στάδιο, συνεχίζοντας εκεί όπου σταματούν τα δύο προηγούμενα, προεκτείνει βέβαια το προγενέστερο, αλλά εμφανίζεται -ως σκέψη- με νέο πρόσωπο. Η ευρωπαϊκή και σύγχρονη σκέψη αποσυνθέτει την -ήδη αμφισβητημένη από τον χριστιανισμό- ενότητα της ολότητας της φύσεως και αμφισβητεί τη τάξη της δημιουργίας. Θέτει το εγώ του ανθρώπινου υποκειμένου ως res cogitans και το αντιτάσσει στον (αντικειμενικό) κόσμο της res extensa. Η αναπαράσταση και η ratio, η συνείδηση και η επιστήμη θεμελιώνουν τη δυνατότητα σύλληψης του άπειρου κόσμου και επιστρατεύονται στην πορεία κατά την οποία θα ξεδιπλωθεί η βούληση υπερίσχυσης της συνείδησης, της επιστήμης και της τεχνικής. Ο άνθρωπος και οι άνθρωποι ρίχνονται στη κατάκτηση παντός είναι, προσδοκώντας αντικειμενικές πραγματώσεις. Η αυτοσυνείδηση του ανθρώπου και η βούληση του δεν συναντούν πλέον όρια, η ιστορία γίνεται το αληθινό πεδίο του αγώνα ενάντια στη φύση, η Τεχνική θέλει να μεταμορφώσει τα πάντα... Αυτή η πορεία μάλιστα δεν φαίνεται να σταματά μπροστά στην κρίση, κρίση που αποκαλύπτει τον κίνδυνο του μηδενός, του μηδενισμού. Διότι το πρώτο και έσχατο θεμέλιο όλου αυτού του εγχειρήματος δεν εκδηλώνεται καθόλου και η απάντηση στο ερώτημα που ζητεί το δια-τι πάντων όσα είναι και γίνονται, παραμένει απούσα.

Οι θεμελιωτές της Αναγέννησης και ο Ντεκάρτ, οι Γάλλοι εγκυκλοπαιδιστές, οι φιλόσοφοι του διαφωτισμού και οι στοχαστές του «γερμανικού ιδεαλισμού» (από τον Λάιμπνιτς ως τον Καντ και τον Χέγκελ) είναι οι ήρωες της κατακτητικής πορείας του ego cogito, του υπερβατολογικού Εγώ, του απόλυτου Υποκειμένου-απόλυτου Πνεύματος.

Εν τούτοις, στη διάρκεια της ίδιας πορείας, ακούγονται, αλλά δεν κατανοούνται διόλου, και άλλες φωνές - οι φωνές της τραγωδίας.


β´
Για την ελληνική σκέψη ο κόσμος, ως ολότητα πάντων όσων είναι εντός του γίγνεσθαι, παραμένει Ένας: είναι Φύσις φωτισμένη από τον Λόγο, τον Λόγο που ζωογονεί τη γλώσσα και τη σκέψη των θνητών. Το είναι του αιώνιου Κόσμου εκδηλώνεται στην αλήθεια του διαμέσου κάθε είναι και των όντων, εκφράζεται μέσα στους μύθους και τις χειρονομίες των αθανάτων και αποκαλύπτεται μέσω και εντός της πολιτείας, της τέχνης, της ποίησης. Ο άνθρωπος είναι ον της φύσεως (που για τους Έλληνες δεν σημαίνει καθόλου αυτό που η λέξη Φύση -Nature- σημαίνει για τους Δυτικούς, η φύσις είναι ολότητα), συγκρατείται με «φυσικά» δεσμά και υπακούει στον κοσμικό ρυθμό. 
Εξερευνώντας αυτό που είναι, φέροντας το στη γλώσσα και ανυψώνοντας το στο επίπεδο της γνώσης, κινητοποιώντας μια τέχνη συν-ουσιώδη της φύσεως, οι άνθρωποι δεν προβάλλονται ποτέ ως άρχοντες του Κόσμου, τα έργα τους δεν ισχυρίζονται ότι παραβιάζουν την τάξη του. Αυτό που συλλαμβάνεται ως ον -στη φυσική και ιερή του πληρότητα- παραμένει η έσχατη εξουσία και το πρώτο θεμέλιο.
Και οι Έλληνες μπόρεσαν να αντιμετωπίσουν την απειλή του μη-είναι (του μηδενός), που, κι αυτή επίσης είναι. Κατά καιρούς τόλμησαν να τη φέρουν ως τη γλώσσα, χωρίς ωστόσο να θέσουν υπό εξέταση την ισχύ του ίδιου του μηδενός και να αμφισβητήσουν το θεμέλιο του είναι.

Από την άποψη της ιουδαιο-χριστιανικής Παράδοσης -και με αφετηρία περισσότερο χριστιανική παρά ιουδαϊκή- η ολότητα ως κόσμος αναδύεται από το Μηδέν μέσω της δημιουργικής δράσης του Θεού. Όλη η δημιουργία και όλα τα δημιουργήματα παραμένουν υποταγμένα στον Δημιουργό, αυτός ο κόσμος είναι ένα εφήμερο στάδιο που οφείλει να οδηγήσει στον άλλο κόσμο, τον αληθινό. Η Φύση γίνεται αυτό ενάντια στο οποίο μάχονται οι άνθρωποι, δημιουργώντας με τη σειρά τους νέα είναι και όντα. Αλλά η φύση πρέπει αν τεθεί υπό έλεγχο διότι υπεράνω της ίπταται το Πνεύμα, και πάνω από τους θνητούς, που εκπληρώνουν τα καθήκοντα και τα έργα τους προς δόξαν του Θεού, βασιλεύει ο Θεάνθρωπος, ο Θεός που έγινε άνθρωπος, υιός του απόλυτου Κυρίου. Παν ό,τι είναι παραμένει καθυποταγμένο στο σχέδιο της θείας Πρόνοιας που ακολουθεί τους σκοπούς της.

Για τη σύγχρονη σκέψη ο κόσμος είναι ταυτόχρονα Φύση και Πνεύμα -πραγματικότητα και ιδέα- και συλλαμβάνεται από την αναπαράσταση και τη σκέψη των ανθρώπων που θέλουν να τον γνωρίσουν και να τον εμπλουτίσουν, να τον ερμηνεύσουν και να τον μεταμορφώσουν. Ο άνθρωπος είναι αυτό το (σχεδόν απόλυτο) υποκείμενο το οποίο, σε διασύνδεση με τους άλλους ανθρώπους, την Κοινωνία, εργάζεται, κοπιάζει και κατασκευάζει αντικείμενα, θέτοντας σε κίνηση τις τρομερές δυνάμεις της τεχνικής που επιστρατεύεται στη μάχη έναντι στη φύση και προορίζεται να γίνει ο μοχλός που θα κινητοποιήσει την ολότητα του πλανήτη.
Η σύγχρονη ευρωπαϊκή σκέψη, τρίτη φάση της δυτικής σκέψης, τείνοντας προς την παγκόσμια εξάπλωση της, είναι ουσιωδώς και διηνεκώς σε κρίση. Αναζητεί την έσχατη θεμελίωση επί της οποίας θα μπορούσε να στηριχθεί η θεωρητική και πρακτική της δραστηριότητα, θέτει το πρόβλημα του δια-τι ως προς το Όλον και ως προς όλα και δεν επιτυγχάνει μια ριζική και ολοκληρωμένη απάντηση. Ενώ αφιερώνεται στην έρευνα του είναι της ενότητας της ολότητας και όσων εκδηλώνονται εντός της, ταυτόχρονα εκφράζει σταθερά την τάση να σκέφτεται τον Κόσμο, όχι μέσα στη πληρότητα του, αλλά ως προς τους ειδικούς τομείς που θεωρούνται από την άποψη ορισμένων προοπτικών. Η ολότητα του είναι διαλύεται και η σκέψη εγκαθιστά και εξερευνά αυτόνομα σύνολα που συνιστούν ιδιαίτερες διαστάσεις.


.~`~.
Για περαιτέρω ιχνηλάτηση και πληρέστερη προοπτική