10 Μαΐου 2013

Η ανθρωπότητα είναι πολύ φτωχή σε σκέψεις.


.~`~.
Ι
Μόνο τρεις επιβλήθηκαν: η φύση, ο Θεός, ο άνθρωπος (και η κοινωνία των ανθρώπων). Απ’ τη χαραυγή της προϊστορίας ως τη συνάντηση της σύγχρονης εποχής με την πλανητική, όλα περιστρέφονταν, γύρω απ’ αυτούς τους άξονες.
«Όραμα του κόσμου» και ηθική ταυτόχρονα, το λέγειν-και-το-πράττειν της ανθρωπότητας βρήκε τον άξονα του -κι ακόμα τον βρίσκει, έστω κι αν το θετικό και το αρνητικό θ’ αντέστρεφαν τα σημεία τους δίχως να ξέρουμε τι είναι δεδομένο και τι άρνηση- σε σχέση με τη φύση, σε σχέση με το Θεό, σε σχέση με τον άνθρωπο, πάντα στο φως αυτού του λυκόφωτος όπου συγχέονται παρουσίες, απουσίες κι αναπαραστάσεις.
Αν όλη η αρχαϊκή, ανατολική, ασιατική κι αφρικάνικη ανθρωπότητα περιστρεφόταν γύρω από μια κάποια παρουσία κι αναπαράσταση της φύσης και των θεών, για τη δυτική ανθρωπότητα αυτοί οι τρεις άξονες -ή μάλλον κύκλοι- συνυπάρχουν παρ’ όλο που καθένας απ’ αυτούς διεκδικεί σε κάθε εποχή μια πρωταρχική σπουδαιότητα.
Για τους Έλληνες, ο λόγος της θείας φύσεως, ο εναγκαλιζόμενος τον άνθρωπο, είναι αυτός που δεσπόζει. Για τους Ιουδαίο-Χριστιανούς είναι ο Θεός που δημιουργεί τη φύση και τον άνθρωπο. Για τους Σύγχρονους, είναι ο άνθρωπος που γίνεται μοχλός όλων όσων είναι, τόσο στο πεδίο του πραγματικού όσο και στο πεδίο του φαντασιακού, δηλαδή στο βασίλειο της προβληματικής τους σύντηξης και διαχωρισμού.
Η ευρωπαϊκή και σύγχρονη εποχή γεννιέται απ’ το χριστιανισμό -του οποίου οι τρείς Εκκλησίες βαδίζουν προς τον οικουμενικό χριστιανισμό. Συνεχίζοντας τον κι αντικρούοντας τον εγκαθίσταται ως ουμανισμός -ως αστικός ορθολογισμός και φιλελευθερισμός, ως ατομισμός που παίζει με τη res publica και τη δημοκρατία. Αυτός δημιουργεί το σοσιαλισμό -παίρνοντας επαναστατικές ή αντιδραστικές μορφές, ολοκληρώνοντας τον ατομισμό μέσα στον κολλεκτιβισμό με κορύφωση τον καπιταλο-σοσιαλισμό που εξαπλώνεται. Μεταξύ χριστιανισμού, φιλελευθερισμού κι αστικού ουμανισμού και σοσιαλισμού κάθε είδους, υπήρξε ταυτόχρονα, συνέχεια και λύση της συνέχειας, αναπαραγωγή της και διακοπή.
Αυτό που ο Απόστολος Παύλος έγραψε προς του Γαλάτες «οὐκ ἔνι Ἰουδαῖος οὐδὲ Ἕλλην, οὐκ ἔνι δοῦλος οὐδὲ ἐλεύθερος, οὐκ ἔνι ἄρσεν καὶ θῆλυ· πάντες γὰρ ὑμεῖς εἷς ἐστε...» πραγματοποιείται κατά κάποιον τρόπο. Όλα βαδίζουν στο εξής προς ένα νέο συγκρητικό κι εκλεκτικό χριστιανοκαπιταλο-σοσιαλισμό.
Η δύναμη των -ισμών που, αν και μίζεροι, περνούν μέσα στα ήθη και διαμορφώνουν ζωή ατομική και ζωή ιστορική, προέρχεται από την «μη καθαρότητα» τους. Υπόσχονται περισσότερα απ’ όσα τηρούν. Δεν ολοκληρώνουν ποτέ τον αρχικό τους στόχο.
Διστάζουμε να καταλάβουμε ότι κανενός είδους προσπάθεια δεν ολοκληρώθηκε ποτέ.
Τίποτα δεν ολοκληρώνεται.
Ανάμεσα στο άσπρο και το μαύρο κυριαρχεί το φαιό. Κανένα άτομο και καμία κοινωνία δεν υπήρξε ούτε και μπορεί ποτέ να υπάρξει απόλυτα χριστιανική, δημοκρατική, σοσιαλιστική. Μέσα σ’ αυτό το παραλίγο γίνονται και απογίνονται τα όντα και τα πράγματα, ανάμεσα στην εγρήγορση, το ενύπιο και το ψέμα. Κάθε αρχική πνοή εκπνέει και κοσμικοποιείται, ήδη λιγάκι ξέπνοη.
Η νοσταλγία του παρελθόντος σταματάει γρήγορα. Η κριτική του παρόντος δεν πάει αρκετά μακριά. Η προσμονή του μέλλοντος είναι κοινότοπα μαγευτική ή στερημένη από μαγεία. Η μετάνοια είναι στείρα. Η διαπίστωση ανεπαρκής. Η προσδοκία κινδυνεύει να είναι ανέξοδη. Η ζωή συνεχίζεται κι ανανεώνεται καθώς λέγεται και καθώς κάνει. Θα υπάρξουν επαύριον. Κάθε νοσταλγική και αντιδραστική συμπεριφορά πνίγεται στο εσωτερικό των ίδιων της των ορίων. Κάθε απλώς και καθαρός επικαιρισμός χάνει το χρόνο. Κάθε θαμπός ή υπερφορτισμένος προοδευτισμός αποφεύγει αυτό που, αναδιπλωμένο κι αποτραβηγμένο στο παρελθόν, προετοιμάζει τη μελλοντικότητά του’ παραμένει επίπεδος και μονογραμμικός, δοξολογεί και στιγματίζει -σύμφωνα μ’ έναν από τους ρυθμούς της εποχής...
Αν ο μηδενισμός είναι η λέξη που εκφράζει αυτό που είμαστε και αυτό που είναι, αυτός ο ίδιος ο μηδενισμός είναι αδιαχώριστος από τούτη την αστραποβόλα και αρχινισμένη μαρμαρυγή του Όλου, μ’ ένα είδος «ολοκληρωτισμού» μεταφιλοσοφικού και μεταπολιτικού, μ’ ένα είδος ολισμού. Έτσι είμαστε ανοιχτοί στο πανικό Όλο-Τίποτα, πρέπει να δοκιμάσουμε τόσο το όλο όσο και το κενό.
Η εμπειρία του κενού είναι μάλιστα ο άμεσος και μελλοντικός μας σκοπός.
Όλα συμβαίνουν ωσάν η εποχή των μεγάλων ατομικοτήτων και υποκειμενικοτήτων να έχει κλείσει, καθώς η συλλογική ανθρωπότητα γίνεται φορέας εκείνου που αναπαράγει, εκείνου που την εμψυχώνει κι εκείνου που την καταπιέζει. Εν τούτοις, οι «μεγάλοι άνδρες» θα έχουν ακόμα να πουν το λόγο τους και να κάνουν πράγματα. Όλα συμβαίνουν ωσάν να έχει κλείσει η εποχή της μεγαλοφυϊας, καθώς οι άνθρωποι κατατρύχονται από τον δαίμονα της υποψίας.
Όλοι γίναμε καχύποπτοι και ύποπτοι έναντι όλων.
Οι ψυχολογικές και κοινωνιολογικές αναλύσεις φροϋδικού και μαρξιστικού τύπου (οι διεισδυτικές) και όλων των τύπων καθώς και η συνδυαστική τους, φθάνουν για να μας στρέψουν στην υποψία.
Όλοι είμαστε κριτές και κρινόμενοι.
Είμαστε όλοι σκεπτικιστές και εξουδετερώνουμε τον σκεπτικισμό. Εν τούτοις η μεγαλοφυΐα -ορατή κι αόρατη- δεν θα πάψει να εκδηλώνεται, λιγότερο από όσο θέλει, παρά απ’ όσο μπορεί. Το τέλος ενός πολιτισμού και μιας κουλτούρας διαγράφεται στον ορίζοντα. Η λέξη τέλος πάντα είναι δύσκολη να αποκρυπτογραφηθεί...
Κάθε απόλυτη αλήθεια του παρελθόντος μας φαίνεται τώρα σαν μια απ' τις διαμορφώσεις του ολικού πεδίου και μια απ' τις μορφές τις περιπλάνησης. Μετά από τον Πλούταρχο, ο Πασκάλ θα πει:
«Ο μέγας Παν πέθανε»,
καθώς η Φύση πεθαίνει για να γεννηθεί ο Θεός, αυτός πεθαίνει γινόμενος Άνθρωπος
«Ο Θεός πέθανε»
θα πει ο Νίτσε.

Ο άνθρωπος δαμαστής της φύσης και επιδιώκοντας τη θεοποίηση του, δεν είναι ούτε αυτός η πρώτη και η τελευταία λέξη:
«Γιατί ο Άνθρωπος τέλειωσε»
θα πει ο Ρεμπώ.
Μέσω του Πασκάλ, του Νίτσε και του Ρεμπώ λέγεται το «τέλος» ενός τρόπου είναι και σύλληψης, της Φύσης, του Θεού, του Ανθρώπου.

.~`~.
ΙΙ
Ο άνθρωπος: «Ένα μηδέν μπροστά στο άπειρο, ένα όλο μπροστά στο μηδέν, μια μέση κατάσταση ανάμεσα στο τίποτα και το όλο». «Τι χίμαιρα είναι λοιπόν ο άνθρωπος; Τι καινοτομία, τι τέρας, τι χάος, τι αντιφατικό υποκείμενο, τι θαύμα! Κριτής των πάντων, ηλίθιο σκουλήκι' θεματοφύλακας του αληθινού, οχετός αβεβαιότητας και πλάνης' δόξα και κατακάθι της οικουμένης». «Ποιός θα ξεδιαλύνει αυτόν τον κυκεώνα;», ρωτάει ο Πασκάλ. «Ο άνθρωπος ξεπερνάει τον άνθρωπο» λέει ακόμα για αυτό το ον που ξεπερνά και ξεπερνιέται, που πιστεύει πως ειλικρινά αναζητάει την ανάπαυση, ενώ στην πραγματικότητα δεν ζητάει παρά την αναταραχή...
Ο Πασκάλ ξεσκεπάζει την πλήξη, την κίνηση, την αναταραχή, την έπαρση, την αέναη αναζήτηση και την ανάγκη ψυχαγωγίας, τη μεταμφίεση, τη διπροσωπία, την αλαζονεία, την υποκρισία του ανθρώπου με μια ωμή διαύγεια κι όχι σαν μοραλιστής... Οι άνθρωποι κατάλαβαν όμως ποιός και τι είναι ο άνθρωπος; Και ποιός άνθρωπος;
Ο άνθρωπος του ουμανισμού μόλις εγκαθιδρύθηκε, άρχισε να αποδιαρθρώνεται. Το εγώ, το ego του cogito, το υποκείμενο του ορθολογισμού και του τεχνικισμού και το μυστικό της εσωτερικότητας και της λογικής της καρδιάς αρχίζει ν' αποδιαρθρώνεται περνώντας την εξουσία. Ο Πασκάλ γράφει: «το εγώ είναι μισητό». Γιατί;
Γιατί το εγώ «είναι άδικο καθεαυτό καθόσο γίνεται κέντρο του όλου' είναι ανυπόφορο για τους άλλους, καθόσο θέλει να τους υποδουλώσει: γιατί κάθε εγώ είναι ο εχθρός και θα ήθελε να είναι τύραννος όλων των άλλων»...
Ανάμεσα και μέσα στη λογική και την τρέλα, τη συνέπεια και την ασυνέπεια, βαθιά και επιφανειακά αντιφατικοί, «Οι άνθρωποι είναι τόσο αναγκαστικά τρελοί, που, θα ήταν τρελός κανείς, από άλλη τρέλα, για να μην τρελαθεί». Ποιός του διέπει και ποιός τους κυβερνά; Ποιά είναι η δύναμη που εξαπολύουν και ποιά η δύναμη που τους υποδουλώνει; Τι γίνεται με τις γνώμες τους; «Η δύναμη και όχι η γνώμη είναι η βασίλισσα του κόσμου» σημειώνει ο Πασκάλ για να προσθέσει: «Αλλά η γνώμη είναι αυτή που μεταχειρίζεται δύναμη. Η δύναμη είναι αυτό που κάνει τη γνώμη». Και αλλού: «Έτσι η γνώμη είναι σαν τη βασίλισσα του κόσμου, αλλ' η δύναμη είναι ο τύραννος του»...
«Καθώς η αληθινή φύση είναι χαμένη», λέει ο Πασκάλ για τον άνθρωπο «όλα γίνονται φύση του' όπως όταν χαθεί το αληθινό αγαθό, όλα γίνονται αληθινό αγαθό του». Γι' αυτό το λόγο βρίσκει εντελώς φυσική τη διάκριση μεταξύ του φυσικού και του τεχνητού: «Τι έπαρση η ζωγραφική που προσελκύει το θαυμασμό με την ομοίωση πραγμάτων τα οποία δεν θαυμάζουμε καθόλου στο πρωτότυπο!». Σαν να μην ήταν επίσης και η τέχνη που μας βοηθάει να δούμε τα -δήθεν- πρωτότυπα... Φθάνει μέχρι να διαβλέψει πως «Δεν υπάρχει τίποτα που να μην το κάνουν φυσικό' δεν υπάρχει φυσικό που να μην το εξαφανίζουν», αλλά δεν μπορεί ν' αποφύγει την υποκατάσταση της φύσης, που κατανοείται πολύ περιορισμένα...

Όσο για την ιστορία, ιστορία του ανθρώπου και των ανθρώπων, θέτει και λύνει αρκετά ερωτήματα' χώρος προνομιακός και ασταθές ικρίωμα, άλλοι, μετά τον Πασκάλ θα την εξυμνήσουν και θα τινάξουν στον αέρα τους αρμούς της. Ο ίδιος δεν είναι ιδιαίτερα «προοδευτικός».
Η προοδευτική και η αντιδραστική σκέψη δεν αποκαλύπτουν εύκολα τους δεσμούς τους,
ούτε τους συνδέσμους τους με την κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα.
Το πρόβλημα είναι: γιατί κάθε προωθημένη και προμηνύουσα θεωρησιακή σκέψη -από τον Ηράκλειτο ως τον Χαίντεγκερ- δίνει την εντύπωση ότι περιλαμβάνει αντιδραστικά στοιχεία;
Παρ' όλο που ποτέ δεν στοχάστηκε την ιστορία, ο Πασκάλ σκέπτεται πως ότι «Ότι τελειοποιείται με πρόοδο χάνεται κι από πρόοδο. Ότι υπήρξε αδύναμο δεν μπορεί ποτέ να είναι απόλυτα ισχυρό. Μάταια λένε: μεγάλωσε, άλλαξε' είναι επίσης πάντα το αυτό»


.~`~.
Για περαιτέρω ιχνηλάτηση και πληρέστερη προοπτική