1 Μαΐου 2013

Δομικά γνωρίσματα της μαζικής δημοκρατίας - α´ μέρος.


.~`~.
Εισαγωγή

...η μετάβαση από τη μοντέρνα εποχή του φιλελευθερισμού και του Διαφωτισμού στη μεταμοντέρνα εποχή της μαζικής δημοκρατίας συνεπέφερε μιαν αλλαγή του κοινωνικά κυρίαρχου σχήματος σκέψης... όλα τα προϊόντα του πνεύματος εδράζονται σ' έναν κοινό τρόπο σκέψης και σε μια κοινή αίσθηση του κόσμου, από την οποία, με μια κανονικότητα που δεν μπορεί να 'ναι τυχαία, προκύπτει ένα ορισμένο σχήμα σκέψης. Στα παρακάτω θα ονομάζουμε τούτο το σχήμα σκέψης αναλυτικό-συνδυαστικό, για να το αντιδιαστέλλουμε προς το συνθετικό-εναρμονιστικό, που χαρακτήριζε το αστικό πνεύμα.

Συνθετικό-Εναρμονιστικό
Προγραμματικό μέλημα της αστικής σκέψης ήταν να συγκροτήσει την κοσμοεικόνα της από μια ποικιλία διαφορετικών πραγμάτων και δυνάμεων, που αν ιδωθούν μεμονωμένα (μπορούν να) βρίσκονται σε αντίθεση μεταξύ τους, στο σύνολο τους όμως αποτελούν ένα αρμονικό και αυτοτελές Όλο στους κόλπους του οποίου οι τριβές και οι συγκρούσεις αίρονται κατά τις επιταγές υπέρτερων έλλογων σκοπών. Το μέρος υπάρχει εντός του Όλου και εκπληρώνει τον προορισμό του συμβάλλοντας στην αρμονική τελειότητα του Όλου, όμως όχι αρνούμενο, αλλά εκδιπλώνοντας τη δική του ατομικότητα. Από την άποψη αυτήν τα πράγματα θεωρούνται με βάση τη λειτουργία τους, όμως και η ουσία τους δεν χάνεται, μολονότι δεν μπορεί να γνωσθεί (εντελώς)' ακριβώς η πεποίθηση, ότι τα πράγματα έχουν ουσία, επιτρέπει άλλωστε την αντικειμενική τους αποτίμηση και την ορθή τους ένταξη σε τούτη ή εκείνη τη βαθμίδα του αρμονικού Όλου. Πολύ διαφορετικά είναι τα πράγματα στο αναλυτικό-συνδυαστικό σχήμα σκέψης.

Αναλυτικό-Συνδυαστικό
Εδώ δεν υπάρχουν ουσίες ούτε πάγια πράγματα, παρά μονάχα έσχατα συστατικά στοιχεία, τα οποία εντοπίζονται με τη συνεπή ανάλυση, σημεία ή άτομα, των οποίων η υφή και η ύπαρξη συνίσταται απλώς και μόνο στη λειτουργία τους, δηλαδή στην ικανότητα τους να σχηματίζουν διαρκώς νέους συνδυασμούς μαζί με άλλα σημεία ή άτομα. Εδώ λοιπόν δεν μπορεί να γίνεται λόγος για αρμονία εδραζόμενη σε λίγο-πολύ σταθερές σχέσεις ανάμεσα στα μέρη και στο Όλο' υπάρχουν μόνο συνδυασμοί, οι οποίοι συνεχώς αντικαθίστανται από νέους και κατ' αρχήν ισότιμους. Τα πάντα μπορούν και επιτρέπεται να συνδυαστούν με τα πάντα, γιατί τα πάντα βρίσκονται πάνω στο ίδιο επίπεδο και δεν υπάρχουν οντολογικές προϋποθέσεις που θα εξασφάλιζαν το προβάδισμα ορισμένων συνδυασμών απέναντι σε άλλους.
...το πρωτείο του μεγέθους «χρόνος» μέσα στο συνθετικό-εναρμονιστικό σχήμα σκέψης το διαδέχθηκε το πρωτείου του μεγέθους «χώρος» μέσα στο αναλυτικό-συνδυαστικό, ενώ συνάμα σχετικοποίηθηκαν ή απορρίφθηκαν κεντρικές κατηγορίες, όπως π.χ. εκείνη της αιτιότητας.
Τα δύο αυτά θεμελιώδη σχήματα σκέψης είναι η συμπυκνωμένη ιδεατή μορφή και συνάμα πλευρά ορισμένων ουσιαστικών γνωρισμάτων των οποίων το υλικό σύστοιχο το βρίσκουμε στην υφή και στη λειτουργία (δηλαδή στη συγκεκριμένη διάταξη ή κίνηση των ατόμων και των ομάδων εντός) των αντίστοιχων κοινωνικών μορφωμάτων.


.~`~.
I

...γύρω στο 1900 άρχισε μια ευρεία εκμηχάνιση της καθημερινής ζωής...

Η εκμηχάνιση τούτη αγκάλιαζε αφ' ενός τον τομέα της εργασίας και της παραγωγής, όπου οι περίπλοκες χειροτεχνικές μέθοδοι εργασίας κατά μέγα μέρος αντικαταστάθηκαν από την αλυσίδα παραγωγής, και αφ' ετέρου τον ιδιωτικό οικιακό τομέα (την κουζίνα, το λουτρό και τους μηχανικούς εξοπλισμούς, τις εργασίες καθαρισμού, την αυτοματοποίηση της παραγωγής θερμότητας και ψύχους)' μ' αυτά όλα συμβάδιζε η εκμηχάνιση της τροφής (π.χ. κονσέρβες) και των μεταφορικών μέσων. Η ταυτόχρονη εκμηχάνιση σε όλους αυτούς τους τομείς αποτελούσε πρόσθετη ένδειξη για τον βαθμό της αμοιβαίας εξάρτησης ανάμεσα στη μαζική παραγωγή και στη μαζική κατανάλωση.
Από τη στιγμή που δημιουργήθηκαν οι τεχνικές προϋποθέσεις της μαζικής παραγωγής, έπρεπε να εξασφαλισθεί η μαζική πώληση' οι ανθρώπινες μάζες, τις οποίες συγκέντρωσε η βιομηχανική επανάσταση σε μεγάλα οικονομικά κέντρα, όφειλαν τώρα να εγγυηθούν την ύπαρξη και διεύρυνση του συστήματος τόσο με την ιδιότητα του εργαζομένου όσο και με την ιδιότητα του καταναλωτή.
Ακριβέστερα: η παραγωγή καταναλωτικών αγαθών πήρε τώρα τέτοιες διαστάσεις, ώστε για μεγάλες μάζες η κατανάλωση μπορούσε να γίνει, παράλληλα με την εργασία, ιδιαίτερη δραστηριότητα, που λίγο-πολύ ξεπερνούσε την απλή υλική εξασφάλιση της υλικής ύπαρξης. Πάντως ο οργανικός δεσμός ανάμεσα σε μαζική παραγωγή, οργανωμένη μαζική πώληση και συγκέντρωση ανθρώπινων μαζών στις πόλεις, έγινε αμέσως αντιληπτός, και τα μεγάλα πολυκαταστήματα, που ήδη γύρω στο 1900 χαρακτήριζαν την εικόνα των αμερικανικών και ευρωπαϊκών μητροπόλεων, μετουσίωσαν τη διαπίστωση τούτη σε επικερδή πρακτική.


.~`~.
II

Με την ταυτόχρονη εμφάνιση της μαζικής παραγωγής και της μαζικής κατανάλωσης από μέρους ανθρώπινων μαζών άρχισε η μετατροπή της μαζικής κοινωνίας σε μαζική δημοκρατία και συνοδεύθηκε από τρία κεντρικά φαινόμενα, τα οποία, τόσο μεμονωμένα όσο και συμπληρωματικά, αποτελούν κατά κάποιον τρόπο την κοινωνική ενσάρκωση του αναλυτικού-συνδυαστικού σχήματος σκέψης. Και στα τρία δεσπόζει η ιδέα έσχατων και μη περαιτέρω αναλύσιμων στοιχείων, που καθ' αυτά είναι ισότιμα και μπορούν να συνδυασθούν μεταξύ τους πάνω στην ίδια επίπεδη επιφάνεια, όπου η διάσταση του χρόνου ή της ιστορίας δεν παίζει ρόλο και τα λειτουργικά κριτήρια έχουν εκτοπίσει τα ουσιακά.
Τα φαινόμενα αυτά είναι
ο (εξελιγμένος) καταμερισμός της εργασίας, η κατάτμηση της κοινωνίας σε άτομα και η κοινωνική κινητικότητα.

Ο προβιομηχανικός καταμερισμός της εργασίας ήταν κυρίως εξωτερικός, δηλαδή η εκάστοτε απαραίτητη κοινωνική εργασία κατανεμόταν σε περισσότερες επαγγελματικές ομάδες, στους κόλπους των οποίων όμως η εκάστοτε εργασιακή διαδικασία ελάχιστα αναλυόταν ή δεν αναλυόταν καθόλου σε ειδικές και συνάμα συμπληρωματικές επί μέρους εργασίες' τον εσωτερικό καταμερισμό εργασίας δίπλα στον εξωτερικό τον εισήγαγαν σε αξιόλογη έκταση η μανουφακτούρα και η πρώτη βιομηχανική επανάσταση. Στην εποχή της αρχόμενης μαζικής παραγωγής τόσο ο εξωτερικός όσο και ο εσωτερικός καταμερισμός της εργασίας πήραν ένταση και σημασία εντελώς άγνωστη ίσαμε τότε. Εμφανίσθηκαν πάρα πολλά καινούργια επαγγέλματα και ταυτόχρονα συντελέσθηκε, προ παντός στη βιομηχανική παραγωγή, μια κατάτμηση της εργασιακής διαδικασίας που έγινε πρωτότυπη και παροιμιώδης.
Τούτος ο καταμερισμός της εργασίας εδραζόταν σ' ένα αναλυτικό σχήμα σκέψης, ήτοι έγινε δυνατός χάρη στην επιτυχή προσπάθεια αποδιάρθρωσης ενός Όλου στα έσχατα συστατικά του μέρη και ακολούθως ανασυγκρότησης του ίδιου Όλου με βάση την προηγούμενη αποδιάρθρωση του. Η λεπτολόγα ανάλυση της εργασιακής διαδικασίας γκρέμισε οριστικά το παμπάλαιο χειροτεχνικό ιδεώδες του ενιαίου προϊόντος που κατασκευάζεται σαν καλλιτέχνημα από το ίδιο χέρι - ιδεώδες, άλλωστε, που επιζούσε μέσα στις αστικές αντιλήψεις περί εργασίας και στην αστική αισθητική δίπλα σε άλλες, εν μέρει πολύ ετερογενείς τάσεις. Ο εξελιγμένος καταμερισμός της εργασίας σήμαινε άρνηση της παράδοσης και της ιστορίας ακριβώς με την έννοια ότι εκμηδένιζε κάθε χειροτεχνική αντίληψη, η οποία προσανατολιζόταν σε κληροδοτημένες εργασιακές συνήθειες και δεδομένα πρότυπα, και αντί γι' αυτή ασπάσθηκε τις ορθολογικές σκοπιμότητες της αρχής της συνεχούς βελτίωσης και ανανέωσης.
Η κατάτμηση της κοινωνίας σε άτομα άρχισε βέβαια όταν με τις προόδους της εκβιομηχάνισης οι φυσικές βιοτικές συνομαδώσεις (πατριαρχική οικογένεια, οικιακή κοινότητα, πατριά, χωριό) έγιναν για πρώτη φορά στην ιστορία οικονομικά άχρηστες, και μάλιστα επιζήμιες. Ωστόσο η αστική κοινωνία ούτε γνώρισε σε ακραία μορφή ούτε και χαιρέτησε την τάση αυτήν. Όπως ξέρουμε, διατήρησε την πίστη στους ουσιακούς δεσμούς και στις κοινωνικές προϋποθέσεις του ατόμου και θεωρούσε την οικογένεια ως φυσικό κύτταρο του κοινωνικού οργανισμού. Μόνο κάτω από τις συνθήκες της μαζικής δημοκρατίας η κατάτμηση της κοινωνίας σε άτομα πραγματώθηκε και νομιμοποιήθηκε σε τέτοιαν έκταση, ώστε τα μέλη της έγιναν κινητικά και εναλλάξιμα.
Η ευρύτερη οικογένεια αντικαταστάθηκε κατά μεγάλο μέρος από την πυρηνική οικογένεια, η σημασία των ουσιακών δεσμών μειώθηκε έντονα και η έλλειψη κοινωνικών προϋποθέσεων του ατόμου ανακηρύχθηκε σε προϋπόθεση της γνήσιας ισότητας ευκαιριών. Η πυρηνική οικογένεια συνιστά περιορισμό της οικογένειας στο ελάχιστο εκείνο όριο που είναι οπωσδήποτε απαραίτητο για τη θεμελιώδη της λειτουργία, δηλαδή τη γέννηση και ανατροφή παιδιών - για να μην αναφέρουμε την όλο και συχνότερη περίπτωση όπου παιδιά γεννιούνται από άγαμους γονείς και κατόπιν ανατρέφονται από έναν γονέα. Η εξασθένιση του κοινωνικού ρόλου της οικογένειας, ακόμα και στην περιορισμένη της μορφή, φαίνεται όχι μόνο στη μείωση της μέσης της διάρκειας και στη συχνότητα των διαζυγίων, αλλά και στο γεγονός ότι δεν αποτελεί πιά τον αποφασιστικό παράγοντα της ανατροφής των παιδιών, εφ' όσον η επιρροή της εδώ υστερεί όλο και περισσότερο σε σχέση με την επιρροή του ευρύτερου κοινωνικού περιβάλλοντος. Η πυρηνική ή υπολειμματική οικογένεια δρα λοιπόν γενικά όχι ως φραγμός ενάντια στον μαζικοδημοκρατικό ατομικισμό, αλλά μάλλον ως το πεδίο ασκήσεων ή το προπαρασκευαστικό του σχολείο. Πρέπει να τονίσουμε και έναν επιπρόσθετο παράγοντα, ο οποίος ίσαμε σήμερα δεν προσέχθηκε επαρκώς.
Πρόκειται για την εσωτερική σχέση ανάμεσα στη κατάτμηση της κοινωνίας σε άτομα και στην περίσσεια ευκολοαπόκτητων καταναλωτικών αγαθών. Εφ' όσον το άτομο μπορεί να εφοδιασθεί με όλες τις δυνατές συσκευές και να τραφεί, να πάρει πληροφορίες, να διασκεδάσει και να κινηθεί μόνο του, γίνεται αυτοτελέστερο και χρειάζεται την επαφή με άλλους όλο και λιγότερο ή τουλάχιστον μπορεί να την στερηθεί ευκολότερα. Έχει τη δυνατότητα να στήνει μέσα στη κατοικία του ένα πλήρη μικρό κόσμο και κατά τα λοιπά να περιορίζεται στο ελάχιστο εκείνο όριο ανθρώπινων σχέσεων που του φαίνεται επαγγελματικά και κοινωνικά αναγκαίο. Η αναγωγή της κοινωνίας σε άτομα επιδίδει λοιπόν αναγκαστικά, στον βαθμό που το κάθε άτομο μπορεί και του επιτρέπεται να χτίσει το προσωπικό μικρό του φρούριο με τη βοήθεια των προσφιλών του καταναλωτικών αγαθών.
Η κοινωνική κινητικότητα προφανώς αυξάνει εξ αιτίας των προόδων στον καταμερισμό της εργασίας και της προϊούσας κατάτμησης της κοινωνίας σε άτομα, ήτοι συμπορεύεται τόσο με τον ανοδικό διαφορισμό της κοινωνικής εργασίας και των επαγγελμάτων όσο και με τη κατάλυση των ουσιακών δεσμών και των κοινωνικών προϋποθέσεων του ατόμου. Η κινητικότητα των ανθρώπων εντάσσεται με τη σειρά της στην ευρύτερη συνάφεια της κινητικότητας όλων των κοινωνικά καίριων μεγεθών, η οποία επί πλέον περιλαμβάνει τη γρήγορη κατανάλωση και τη γρήγορη αντικατάσταση εμπορευμάτων, και μπορεί να θεωρηθεί και να ταξινομηθεί με βάση διαφορετικά κριτήρια.
Πρώτα-πρώτα πρέπει να διακρίνουμε ανάμεσα στην υποκειμενική και στην αντικειμενική της λειτουργία, ήτοι η κινητικότητα λειτουργεί ως ευκαιρία, η οποία προσφέρει στα ανταγωνιστικά υποκείμενα δυνατότητες αλλαγής και ανόδου, και συνάμα ως αρχή επιλογής, η οποία με το αποτέλεσμα της εκφράζει αντικειμενικά με πόση επιτυχία μπόρεσαν τα άτομα να εκμεταλλευθούν τις ευκαιρίες τους εντός της κινητικής κοινωνίας. Όμως ευκαιρίες προσφέρονται τόσο οριζόντια (π.χ. αλλαγή επαγγέλματος χωρίς μεταβολή στην κοινωνική θέση) όσο και κάθετα (άνοδος στην κοινωνική ιεραρχία), και αντίστοιχα μπορούμε να κάμουμε λόγο για οριζόντια και κάθετη κοινωνική κινητικότητα. Η πρώτη αντλεί τη δυναμική της από την πραγματικά υφιστάμενη ποικιλία των παράλληλα ασκούμενων επαγγελμάτων καθώς και από τον αύξοντα διαφορισμό της κοινωνικής εργασίας. Η κάθετη κινητικότητα δείχνει, πάλι, ποιά και πόσα άτομα ανέβηκαν ή κατέβηκαν στην κλίμακα γοήτρου ενός επαγγέλματος ή της κοινωνίας in toto. Και στις δύο περιπτώσεις πρόκειται για κατάληψη διαθέσιμων ρόλων, ήτοι τα πρόσωπα, τα οποία μπορούν να αναλάβουν αυτούς τους ρόλους, σε τελευταία ανάλυση είναι εναλλάξιμα και αντικαταστάσιμα, έστω κι αν η κατάληψη των ρόλων δεν αποβαίνει πάντοτε ικανοποιητική.
Σημαντική για την κοινωνική κινητικότητα δεν είναι όμως μόνον η έποψη της εναλλαξιμότητας των ατόμων, άλλα και το ότι όλο και περισσότερα άτομα συναντιούνται ή μάλλον διασταυρώνονται και οι επαφές τους γίνονται όλο και πιο σύντομες και φευγαλέες.
Έτσι ερχόμαστε στη σχέση ανάμεσα σε εξωτερική και εσωτερική ή ψυχική κινητικότητα. Η τελευταία συνδέεται πολλαπλά με την πεποίθηση ότι η συνεχής αλλαγή και οι συνεχώς καινούργιες εντυπώσεις αποτελούν τον εσώτερο νόμο της ζωής στη σημερινή κοινωνία.
Η πεποίθηση τούτη εκτρέφεται από την καθημερινή παρατήρηση των παραπάνω επόψεων της κινητικότητας των ανθρώπων και συνάμα από το πλήθος και την ποικιλία των ειδήσεων και των εικόνων που εισρέουν αδιάκοπα στη συνείδηση. Οι τρεις συσκευές -τηλέφωνο, τηλεόραση, αυτοκίνητο- που χαρακτηρίζουν την καθημερινότητα της μαζικά καταναλωτικής μαζικής κοινωνίας χρησιμεύουν όλες τους στο να γεφυρώσουν σχεδόν κατά βούληση τις αποστάσεις και να μεταθέτουν την ψυχή του ατόμου, προσωρινά τουλάχιστον, σε άλλους τόπους, αλλά και σε άλλους χρόνους. Η αύξηση της εσωτερικής κινητικότητας κάνει με τη σειρά της το άτομο επιρρεπέστερο σε συμπεριφορά, η οποία συντείνει στην επίταση της εξωτερικής ή κοινωνικής κινητικότητας.


.~`~.
III

Καταμερισμός της εργασίας, κατάτμηση της κοινωνίας σε άτομα και κινητικότητα συμβάλλουν με τον ιδιαίτερο τρόπο τους στην ενδυνάμωση των εξισωτικών τάσεων της μαζικής δημοκρατίας. Βέβαια, ο καταμερισμός εργασίας αποτελεί μια κρυστάλλωση ιεραρχικών σχέσεων και επομένως την πρακτική έκφραση και τον έμπρακτο καθαγιασμό της κοινωνικής ανισότητας... Η κατάτμηση της κοινωνίας σε άτομα, δηλαδή η αποκοπή του ατόμου από ουσιακούς δεσμούς και κοινωνικές προϋποθέσεις, έχει επίσης ως συνέπεια ότι η κοινωνική ή οικογενειακή καταγωγή κατ' αρχήν δεν (πρέπει να) έχει σημασία κατά την αποτίμηση ενός προσώπου ή για την άνοδο του. Εκείνο που μετράει είναι η απόδοση - η απόδοση μπορεί λοιπόν να γίνει κριτήριο για την κοινωνική κατάταξη ενός προσώπου μόνο μετά την κατάτμηση της κοινωνίας σε άτομα, δηλαδή μονάχα μέσα στην εξισωτική μαζική δημοκρατία... Βεβαίως δεν είναι δυνατόν να λεχθεί ότι στη μαζική δημοκρατία, όπως τη γνωρίζουμε, έχει ήδη πραγματοποιηθεί η ισότητα με την υλική έννοια του όρου.
Όμως η πραγματικότητα της ισότητας είναι για τη λειτουργία της μαζικής δημοκρατίας πολύ λιγότερο σημαντική από τη δυνατότητα της ισότητας... Το αίσθημα της ισότητας είναι εντονότερο από την πραγματικότητα της ισότητας.
Η κατ' αρχήν δεδομένη δυνατότητα να εμφανισθεί ο καθένας ως ίσος προς ίσον απέναντι σε οποιονδήποτε επηρεάζει την κοινωνική συμπεριφορά, κατά τρόπο ώστε τελικά οι εντολές δεν εκφέρονται ως εντολές, αλλά ως οδηγίες, τις οποίες πρέπει να ακολουθήσει κανείς γιατί αυτό υπαγορεύουν τα πράγματα. Στον βαθμό που ο υφιστάμενος γίνεται «συνεργάτης», οι εργασιακές σχέσεις γίνονται πραγματικότερες και η ιδέα του ρόλου παραμερίζει την ιδέα της ιεραρχίας... Παρ' όλα αυτά η μαζική δημοκρατία πραγματοποίησε την ισότητα στην άσκηση εξουσίας τόσο λίγο όσο και την ισότητα στην κατανάλωση. Η αντίφαση ανάμεσα στην αναγκαιότητα εξουσίας και στη γενική ομολογία πίστεως προς την αρχή της ισότητας λύθηκε με την υποταγή της εξουσίας στους ίδιους κανόνες του παιγνιδιού, που ισχύουν και στους άλλους τομείς της κοινωνικής ζωής της μαζικής δημοκρατίας. Έτσι, η άσκηση εξουσίας είναι κατ' αρχήν ανοιχτή στον καθένα, εφ' όσον αποδειχθεί ικανός να εκμεταλλευθεί τις προσφερόμενες ευκαιρίες καλύτερα από του ανταγωνιστές του.


.~`~.
IV

Στη λαϊκή φαντασία ο ήρωας της κατανάλωσης υποκαθιστά τώρα των ήρωα της εργασίας, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης προβάλλουν αδιάκοπα τον κόσμο της αριστοκρατίας της μαζικής δημοκρατίας, της οποίας τα μέλη προέρχονται από διαφορετικές ελίτ, όλα τους όμως είναι υπερκαταναλωτές, διαθέτουν τα πάντα, όσα παρέχει η σύγχρονη τεχνική και βιομηχανία και όσα μπορεί να ονειρευθεί κανείς, και κινούνται με την αντίστοιχη άνεση μέσα στον μαγικό τούτον κόσμο. Στα ανώτερα επίπεδα της κατανάλωσης αποφασίζει το προσωπικό γούστο και η προσωπική επιλογή, όμως η δυνατότητα αυτή περιορίζεται όσο χαμηλώνει το επίπεδο' στο κατώτατο και ευρύτερο επίπεδο τα ατομικά όνειρα, που στην πραγματικότητα τα ονειρεύονται πολλά άτομα ταυτόχρονα, μπορούν ως επί το πλείστον να πραγματοποιηθούν μονάχα με την κατανάλωση μαζικών προϊόντων.
Τούτο το παράδοξο, δηλαδή η εκπλήρωση ατομικών πόθων με την κατανάλωση μαζικών προϊόντων, αποτελεί την πηγή χαρακτηριστικών ψυχοπαθολογικών φαινομένων της μαζικής δημοκρατίας και ενδημεί επίσης στο φαινόμενο της μόδας.
Ενώ η παραδοσιακή λειτουργία της μόδας ήταν ο τονισμός των κοινωνικών διακρίσεων, στο μέλος της μαζικοδημοκρατικής κοινωνίας δίνει αντίθετα το αίσθημα της συμμετοχής σε κάτι, το οποίο είναι βέβαια κοινό αγαθό και από την άποψη αυτήν επιβεβαιώνει την κατ' αρχήν ισότητα όλων, αλλά την ίδια στιγμή υποδηλώνει και την προθυμία του ατόμου να ξεκόψει από το παλιό και έτσι να ενεργήσει ως γνήσια αυτόνομο άτομο. Άλλωστε ο κομφορμισμός και ο ατομικισμός δεν συνιστούν μονάχα στην περίπτωση της μόδας τις δύο συμπληρωματικές πλευρές ενός ψυχολογικού πλέγματος, που μέσα στη μαζική δημοκρατία δημιουργείται και ευδοκιμεί κάτω από ιδιαίτερα ευνοϊκές συνθήκες.
Με αφετηρία τον κόσμο της κατανάλωσης, βλέπεται και κρίνεται τώρα όλο και περισσότερο ο κόσμος της εργασίας. Αυτό βέβαια σημαίνει αρχικά ότι χάρη στη δυνατότητα και στην προσδοκία της κατανάλωσης ανεβαίνει η απόδοση, ότι δηλαδή ο εργαζόμενος ως δυνητικός καταναλωτής αποδίδει περισσότερο... ο ελεύθερος χρόνος δεν προσφέρει απλώς ανάπαυση για ακόμη παραγωγικότερη συνέχιση της εργασίας, παρά η εργασία φαίνεται ως μέσο που παρέχει στο άτομο τη δυνατότητα να διαμορφώσει τον ελεύθερο χρόνο του πάνω σε ευρύτερη καταναλωτική βάση. Η τοποθέτηση απέναντι στην εργασία καθορίζεται από το τι μπορεί να κάμει κανείς στον ελεύθερο χρόνο του ως καταναλωτής υλικών και πνευματικών αγαθών ή «βιωμάτων». Με την ευρεία αυτήν έννοια η κατανάλωση φαίνεται σπουδαιότερη από την εργασία... Όμως έτσι εντείνεται η ανάγκη για περισσότερη κατανάλωση ως μέσο προσωπικής πλήρωσης στον διαθέσιμο ελεύθερο χρόνο, οπότε απαιτείται και περισσότερη εργασία για την απόκτηση του μέσου αυτού.

Παναγιώτης Κονδύλης
Η παρακμή του αστικού πολιτισμού
Από τη μοντέρνα στη μεταμοντέρνα εποχή και από τον φιλελευθερισμό στη μαζική δημοκρατία
Εκδ. Θεμέλιο

Ολοκλήρωση α´ μέρους


.~`~.
Για περαιτέρω ιχνηλάτηση και πληρέστερη προοπτική

Κείμενα ή μέρη από το έργο του
Παναγιώτη Κονδύλη
*