15 Νοεμβρίου 2012

Εισαγωγικά για την ιστορικότητα της αιτίασης της διαφθοράς και των κομματικών συστημάτων στο εσωτερικό πολιτικό σκηνικό της χώρας.


.~`~.
Η αιτίαση της διαφθοράς
I

Στην καταγγελία της διαφθοράς, δηλαδή της κατάχρησης του δημόσιου αξιώματος προς ιδίον συμφέρον, συμφωνούν όλοι. Και η ευθύνη για τέτοιου είδους φαινόμενα χρεώνεται από όλους στα κόμματα. Ωστόσο, πρώτον, ο ρόλος της διαφθοράς είναι στην Ελλάδα διαφορετικός από τις χώρες από τις οποίες προέρχονται τα ηθικά μέτρα των κριτών. Στις περισσότερες περιπτώσεις η διαφθορά αναπτύχθηκε από τη μεταφορά σε τομείς του δημοσίου παραδεδομένων τρόπων συμπεριφοράς και κανόνων ενός προσωποπαγώς δομημένου κόσμου, που σχεδόν δεν γνώριζε τη διάκριση μεταξύ δημοσίου και ιδιωτικού. όταν κάποιος προσπαθούσε με υλικές παροχές προς τον προϊστάμενο της υπηρεσίας να τακτοποιήσει τον γιο του στο δημόσιο, και όταν ο νεαρός αργότερα ως δημόσιος υπάλληλος ή ίσως και ως βουλευτής έδειχνε την ευγνωμοσύνη του σε όλα τα μέλη της οικογένειας του που είχαν συμμετάσχει στη χρηματοδότηση των σπουδών του και είχαν καταστήσει δυνατή τη σταδιοδρομία του, τότε και οι δυο δρούσαν σύμφωνα με τις αυτονόητες για την κοινότητα του χωριού επιταγές της αλληλοβοήθειας και της αλληλοεξυπηρέτησης. Πρακτικές αυτού του είδους ενθαρρύνονταν από το γεγονός ότι δεν υπήρχαν κανονισμένες διαδικασίες κατάρτισης και τυποποιημένες διαδικασίες εξειδίκευσης για υποψήφιους δημοσίους υπαλλήλους.
Επίσης η διαφθορά αντικαθιστούσε σε πολλές περιπτώσεις την καθυστερημένη μεταρρύθμιση. Εξισορροπούσε την ελλιπή προσαρμογή της νομοθεσίας και της δημόσιας διοίκησης στις πρακτικές ανάγκες της κοινωνίας και άνοιγε δρόμους για την εξάλειψη κακώς κειμένων και αδικιών. Μέσω της προστασίας κατόρθωνε κανείς, παραδείγματος χάριν, μια δημόσια υπηρεσία να ασχοληθεί με μια αίτηση του. Νομικές παρεκβάσεις βοηθούσαν την οικονομία να παρακάμπτει κωλυσιεργίες ή αναποτελεσματικότητες του ισχυρού γραφειοκρατικού και συγκεντρωτικού κράτους.
Εξάλλου το αντίστοιχο μέγεθος της διαφθοράς π.χ. στην Αγγλία του 18ου και 19ου αιώνα ήταν μεγαλύτερο από όσο θέλουν να πιστεύουν όσοι ασκούν κριτική στις ελληνικές συνθήκες [Samuel E. Finer «Patronage and the Public Service: Jeffersonian Bureaucracy and the British Tradition»]. Παρ' όλα αυτά η Αγγλία έχει να παρουσιάσει την εντιμότερη και καθαρότερη δημοσιοϋπαλληλία που υπήρξε ποτέ. Αισιόδοξα σχολίασε τις συνθήκες στην Ελλάδα και ο Έντουαρντ Φιτζεραλντ Λω, Βρετανός ειδικός, ο οποίος το 1893 είχε επίσημη εντολή να εξετάσει τα οικονομικά της Ελλάδας. Εξήρε, ίσως ευμενέστερα από όσο χρειαζόταν, την «άψογη και πέραν κάθε υποψίας εντιμότητα των πολιτικών όλων των κομμάτων» και συνέχιζε: «Σχεδόν χωρίς εξαίρεση οι άνδρες που ορίζουν τη μοίρα του τόπου έχουν πολύ μικρή ιδιωτική περιουσία, οι μισθοί τους δεν ξεπερνούν τις 400 £ ετησίως και δεν προσφέρουν κίνητρο για την επιδίωξη δημοσίων αξιωμάτων».
Φαύλες πρακτικές, όπως η εξαγορά ψήφων και ο επηρεασμός του εκλογικού αποτελέσματος, καθώς και η προσπάθεια για τρομοκράτηση ψηφοφόρων πλήθυναν στην Αγγλία μετά τη διεύρυνση του δικαιώματος του εκλέγεσθαί με την Reform Act του 1832. Οι νόμοι των αρχών του 1850 δεν άλλαξαν σημαντικά αυτή τη κατάσταση.
Συχνά γίνεται αναφορά και ασκείται κριτική στην πατρονία δημοσίων αξιωματικών ως ιδιαίτερη περίπτωση διαφθοράς. Πρόκειται για μέθοδο ελέγχου της διοίκησης, στρατολόγησης και διορισμού υποψηφίων αξιωματούχων από προσωπικούς οπαδούς στελεχών. Η ύπαρξη πατρονίας αποδεικνύεται σε όλα τα δημοκρατικά κράτη. Όπου τα κόμματα διέθεταν ολοκληρωμένη συντεταγμένη οργάνωση, οι διορισμοί γίνονταν μέσω του κομματικού μηχανισμού. Το γεγονός ότι έτσι κινητοποιούνταν έντονα θεσιθήρες δεν σημαίνει ότι οι αξίες και οι στόχοι που υποστήριζε το κόμμα δεν ήταν τίποτε άλλο παρά συγκαλυμμένες μηχανορραφίες πατρονίας.


.~`~.
Κομματικά συστήματα
II

Στην Ελλάδα οι πολιτικές ελίτ αυτονομήθηκαν από τις κοινωνικές ομάδες συμφερόντων και φάνηκαν αρκετά ανοιχτές απέναντι σε πολιτικά στελέχη από όλα τα κοινωνικά στρώματα. Μπορούμε να αναφέρουμε δύο λόγους γι' αυτό το φαινόμενο: πρώτον, στην Ελλάδα, εκτός από τα νησιά του Ιονίου, δεν υπήρχαν τα ιστορικά κοινωνικά πολιτικά «στρώματα» [Stande] και επομένως ούτε σταθερά, νομικά καθορισμένα όρια... Δεύτερον, στην Ελλάδα δεν υπήρχε η θρησκευτική διάσπαση με τις γνωστές επιπτώσεις στην κομματική ένταξη, όπως π.χ. στις Κάτω Χώρες ή στη Γερμανία...
Ωστόσο σε αυτό το [κομματικό] χάος που διαπιστώνεται ομόφωνα μπορούμε να αναγνωρίσουμε ένα σαφές περίγραμμα, αν δεν παρατηρούμε αποσπασματικά την ιστορία μεμονωμένων κομμάτων. Αυτό που διακρίνουμε αμέσως είναι ότι δεν σχηματίζοταν και δεν διαλύονταν μια το ένα και μια το άλλο κόμμα, αλλά, αντίθετα, δημιουργούνταν και χάνονταν μαζί ολόκληρα κομματικά συστήματα.
Η πρώτη περίοδος των αποκαλούμενων «ξενικών κομμάτων» που, ελλείψει τυπικών ιδρυτικών πράξεων, δεν μπορούμε να ορίσουμε επακριβώς την αρχή της και που το τέλος της συντελέστηκε εξίσου ατύπως, εμπίπτει χονδρικά στο χρονικό διάστημα μεταξύ της αρχής του απελευθερωτικού αγώνα το 1821 και της καθαίρεσης του Όθωνα το 1862. Στη δεύτερη φάση, από το 1862 μέχρι το 1909, δημιουργήθηκαν στην εθνοσυνέλευση αρχικά δύο μεγάλα κόμματα' κοντά τους εμφανίστηκαν μικρότερες ομάδες οι οποίες παρέμειναν μικρά κόμματα. Η αποσύνθεση του κόμματος των Πεδινών συνέπεσε χρονικά και πραγματικά με τη διάσπαση των Ορεινών σε ένα συντηρητικό και ένα προοδευτικό κόμμα, γύρω από τα οποία σχηματίστηκαν και πάλι μικρές ομάδες. Στην τρίτη φάση (1909-1936) δημιουργήθηκε το Κόμμα των Φιλελευθέρων, ενώ τα «παλαιά» κόμματα που είχαν διαμορφωθεί ενωρίτερα σχημάτισαν μια ετερογενή «αντιβενιζελική» αντιπολίτευση, η οποία μέχρι το 1915 κατάφερε να ενισχυθεί με την προσέλευση νέων στελεχών και ψηφοφόρων. Μετά την κατάρρευση του μικρασιατικού μετώπου και το στρατιωτικό πραξικόπημα του 1922 γύρισε το φύλλο: τώρα αποσυντέθηκαν οι Φιλελεύθεροι σε περισσότερα κόμματα, όπως έγινε και σε άλλες χώρες, ενώ οι συντηρητικοί ενώθηκαν στο Λαϊκό Κόμμα, που διασπάστηκε σε δύο πτέρυγες μόλις μετά την παλινόρθωση της μοναρχίας. Και σε αυτή τη φάση υπήρξαν μικρά κόμματα, με διαρκέστερο και μαρκοπρόθεσμα ισχυρότερο το Κομμουνιστικό Κόμμα.
Αυτή η αλληλουχία κομματικών συστημάτων οδηγεί στο συμπέρασμα ότι άλλαξαν οι επικρατούσες πολιτικές αντιπαραθέσεις. Ένα σύστημα κομμάτων που είχε εκλογικεύσει αντιπαραθέσεις ορισμένου περιεχομένου και έκτασης έχασε, όπως και οι αντιπαραθέσεις, την επικαιρότητα του, και οι νέες αντιπαραθέσεις βρήκαν την πολιτική τους έκφραση σε ένα νέο σύστημα κομμάτων. Θα πρέπει προφανώς να ήταν μια τόσο ταχεία ή ριζική αλλαγή του αντικειμένου της αντιπαράθεσης, ώστε υπερέβαινε την ικανότητα των υφιστάμενων κομμάτων να αλλάξουν. Δικαίως υπέδειξε ο Dakin ότι η Ελλάδα χρειάστηκε να διατρέξει από το 1821 την πολιτική ιστορία της Αγγλίας και της Γαλλίας του 17ου και του 18ου αιώνα - «όχι πραγματικά από κάθε άποψη, αλλά οπωσδήποτε σε πολλά από τα χαρακτηριστικά της». Εξελίξεις μέσα στο εκάστοτε δεδομένο πλαίσιο οδηγούσαν σε νέα διαφοροποίηση του συστήματος...

Gunnar Hering
Τα πολιτικά κόμματα στην Ελλάδα 1821-1936
(διτομο), εκδ. Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης

.~`~.