6 Οκτωβρίου 2012

Δισχιλιετή -δήθεν- παρωχημένα, προ«προοδευτικά» αδιαφώτιστα, προπουριτανοηθικιστικά πολιτικά.


[9.36] Τί οὖν αἴτιον τουτωνί; οὐ γὰρ ἄνευ λόγου καὶ δικαίας αἰτίας οὔτε τόθ’ οὕτως εἶχον ἑτοίμως πρὸς ἐλευθερίαν οἱ Ἕλληνες οὔτε νῦν πρὸς τὸ δουλεύειν. ἦν τι τότ’, ἦν... ἐν ταῖς τῶν πολλῶν διανοίαις, ὃ νῦν οὐκ ἔστιν, ὃ καὶ τοῦ Περσῶν ἐκράτησε πλούτου καὶ ἐλευθέραν ἦγε τὴν Ἑλλάδα καὶ οὔτε ναυμαχίας οὔτε πεζῆς μάχης οὐδεμιᾶς ἡττᾶτο, νῦν δ’ ἀπολωλὸς ἅπαντα λελύμανται καὶ ἄνω καὶ κάτω πεποίηκε τὰ τῶν Ἑλλήνων πράγματα.
[9.36] Ποια είναι η αιτία αυτών των δεινών; Γιατί ασφαλώς όχι χωρίς λόγο, όχι χωρίς μιαν εύλογη αιτία, ούτε τότε οι Έλληνες ήταν ώριμοι για ελευθερία, ούτε τώρα ώριμοι για δουλεία. Ήταν τότε... μέσα στις σκέψεις πολλών κάτι που τώρα λείπει, αυτό που νίκησε τον περσικό πλούτο και διατήρησε ελεύθερη την Ελλάδα, που την έκανε να μην ηττάται ούτε σε ναυμαχία ούτε σε πεζομαχία, κάτι, που, γιατί τώρα χάθηκε, όλα μολύνθηκαν και έγινε η πολιτική κατάσταση άνω κάτω.

[9.37] τί οὖν ἦν τοῦτο; οὐδὲν ποικίλον οὐδὲ σοφόν, ἀλλ’ ὅτι τοὺς παρὰ τῶν ἄρχειν βουλομένων ἢ διαφθείρειν τὴν Ἑλλάδα χρήματα λαμβάνοντας ἅπαντες ἐμίσουν, καὶ χαλεπώτατον ἦν τὸ δωροδοκοῦντ’ ἐλεγχθῆναι, καὶ τιμωρίᾳ μεγίστῃ τοῦτον ἐκόλαζον, καὶ παραίτησις οὐδεμί’ ἦν οὐδὲ συγγνώμη.
[9.37] Τι είναι αυτό; Δεν είναι τίποτε πολύπλοκο· δεν θέλει πολύ σοφία. Είναι ότι εκείνους που παίρναν χρήματα από όσους ήθελαν να κυριαρχήσουν ή να διαφθείρουν την Ελλάδα, οι πάντες τους μισούσαν, ότι δεν υπήρχε φοβερώτερο κακό από το να πιάσουν κάποιο δωροδοκούμενο, ότι τον τιμωρούσαν με τις αυστηρότερες ποινές και ότι γι' αυτόν δεν υπήρχε ούτε χάρις, ούτε συγγνώμη.

*
**
*

[9.7] ἔστι γὰρ δέος μήποθ’ ὡς ἀμυνούμεθα γράψας τις καὶ συμβουλεύσας εἰς τὴν αἰτίαν ἐμπέσῃ τοῦ πεποιηκέναι τὸν πόλεμον. [ἐγὼ δὴ τοῦτο πρῶτον ἁπάντων λέγω καὶ διορίζομαι· εἰ ἐφ’ ἡμῖν ἐστι τὸ βουλεύεσθαι περὶ τοῦ πότερον εἰρήνην ἄγειν ἢ πολεμεῖν δεῖ...
[9.7] Διότι υπάρχει φόβος, αν κάποιος υποστηρίξη και προτείνει πως πρέπει να αμυνθούμε, να κατηγορηθή ότι αυτός προκαλεί τον πόλεμο. Εγώ λοιπόν πρώτα από όλα θα μιλήσω για το ακόλουθο ζήτημα και θα το προσδιορίσω: αν είναι στο χέρι μας να αποφασίσωμε, αν θα έχωμε ειρήνη ή πόλεμο.

[9.8] Εἰ μὲν οὖν ἔξεστιν εἰρήνην ἄγειν τῇ πόλει καὶ ἐφ’ ἡμῖν ἐστι τοῦτο, ἵν’ ἐντεῦθεν ἄρξωμαι, φήμ’ ἔγωγ’ ἄγειν ἡμᾶς δεῖν, καὶ τὸν ταῦτα λέγοντα γράφειν καὶ πράττειν καὶ μὴ φενακίζειν ἀξιῶ· εἰ δ’ ἕτερος τὰ ὅπλ’ ἐν ταῖς χερσὶν ἔχων καὶ δύναμιν πολλὴν περὶ αὑτὸν τοὔνομα μὲν τὸ τῆς εἰρήνης ὑμῖν προβάλλει, τοῖς δ’ ἔργοις αὐτὸς τοῖς τοῦ πολέμου χρῆται, τί λοιπὸν ἄλλο πλὴν ἀμύνεσθαι; φάσκειν δ’ εἰρήνην ἄγειν εἰ βούλεσθε, ὥσπερ ἐκεῖνος, οὐ διαφέρομαι.
[9.8] Αν λοιπόν, για να αρχίσω από αυτό, μπορεί η πόλις να έχη ειρήνη, και τούτο εξαρτάται από αυτήν, τότε υποστηρίζω πως πρέπει να θέλωμε ειρήνη· και όποιος τα λέει αυτά, αξιώ να τα υποστηρίξη και με προτάσεις και με πράξεις και να μην κοροϊδεύη. Αν όμως ο άλλος, με τα όπλα στα χέρια και με γύρω του δύναμη πολλή, σας προβάλλει μεν το όνομα της ειρήνης, αλλά ο ίδιος επιδίδεται σε πολεμικές επιχειρήσεις, τι άλλο μας μένει παρά να αμυνθούμε; Αν πάλι θέλετε να λέτε απλώς ότι έχετε ειρήνη, όπως εκείνος, δεν έχω αντίρρηση.

[9.9] εἰ δέ τις ταύτην εἰρήνην ὑπολαμβάνει, ἐξ ἧς ἐκεῖνος πάντα τἆλλαλαβὼν ἐφ’ ἡμᾶς ἥξει, πρῶτον μὲν μαίνεται, ἔπειτ’ ἐκείνῳ παρ’ ὑμῶν, οὐχ ὑμῖν παρ’ ἐκείνου τὴν εἰρήνην λέγει· τοῦτο δ’ ἐστὶν ὃ τῶν ἀναλισκομένων χρημάτων πάντων... ὠνεῖται, αὐτὸς μὲν πολεμεῖν ὑμῖν, ὑφ’ ὑμῶν δὲ μὴ πολεμεῖσθαι.
[9.9] Όποιος θεωρεί ως ειρήνη μια κατάσταση όπου εκείνος, αφού κατέκτησε όλα τα άλλα, πρόκειται να μας επιτεθεί, αυτός πρώτα είναι τρελός· και έπειτα μιλά για ειρήνη που υπάρχει από μέρους μας απέναντί του, όχι όμως από μέρους του απέναντί μας. Τούτο άλλωστε είναι που... εξαγοράζει με όλα τα χρήματα που ξοδεύει· αυτός μεν να μας πολεμά, από μας δε να μην πολεμιέται.

Δημοσθένης

.~`~.